Είναι η ώρα να αναλάβουμε τις ευθύνες μας.

Λίγες ημέρες  απομένουν μέχρι τις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου. Υπό τις περιστάσεις, η ανατροπή των δεδομένων που δημιούργησαν οι τελευταίες ευρωεκλογές δεν είναι δυνατή και η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει πιθανότατα την αυτοδυναμία. Ο ΣΥΡΙΖΑ, θα είναι αξιωματική αντιπολίτευση. Η έκταση της αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας θα κριθεί από το πόσα κόμματα θα μπούν στη νέα Βουλή. Όμως, όποιο και να είναι το αποτέλεσμα των εκλογών, τα μεγάλα προβλήματα εξακολουθούν να είναι μπροστά μας.

Είμαστε μια κλειστή κοινωνία, με διαλυμένη οικονομία, χαμηλή ανταγωνιστικότητα, παρωχημένο εκπαιδευτικό σύστημα, αναποτελεσματικό δημόσιο, μεγάλη ανεργία, χαμηλό δείκτη γνώσης χρήσης των νέων τεχνολογιών και μικρό βαθμό προσαρμοστικότητας.
Τα κόμματα κάνουν διάφορες εξαγγελίες και έχουν δημοσιεύσει τα προγράμματα τους. Στο πεδίο της οικονομίας, με διαφοροποιήσεις βεβαίως, κοινός τόπος όλων είναι η μείωση των αμέσων και εμμέσων φόρων, η προσέλκυση επενδύσεων και η δημιουργία θέσεων εργασίας. Εκ των πραγμάτων, μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας που εκτός απροόπτου θα είναι η επόμενη κυβέρνηση. Η προσεκτική διατύπωση, που όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές, αυξάνεται αποδεικνύει ότι ο κ. Κ. Μητσοτάκης και οι επιτελείς του, έχουν πλήρη επίγνωση των δυσκολιών –κι αυτό είναι πολύ θετικό.

Οι μειώσεις στο ΦΠΑ, στη φορολογία των επιχειρήσεων, στο φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και στις ασφαλιστικές εισφορές από τη μια θα αυξήσουν το πραγματικό ατομικό διαθέσιμο εισόδημα, θα ενισχύσουν την εγχώρια ζήτηση, θα τονώσουν την απασχόληση και την παραγωγή, θα μειώσουν το κόστος της εργασίας και θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας. Από την άλλη, όσο δυσάρεστο κι αν ακούγεται, δεν επαρκούν για τη δυναμική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Και να γιατί:

Τα τρία πρώτα μέτρα θα τονώσουν την οικονομική δραστηριότητα, αλλά θα έχουν υψηλό κόστος για τον προϋπολογισμό. Η μείωση του ΦΠΑ και του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων θα τονώσουν την κατανάλωση των νοικοκυριών, αλλά συγχρόνως θα οδηγήσουν σε υψηλότερες εισαγωγές, γεγονός που θα περιορίσει τη θετική επίδραση τους στην ανάπτυξη και την απασχόληση. Η μείωση του εταιρικού φόρου θα έχει περιορισμένη επίδραση στην ανάπτυξη γιατί τα έσοδα από τους εταιρικούς φόρους είναι μόλις το 1,5% του ΑΕΠ.

Ο μόνος δρόμος για την ταχύτερη και μόνιμη ανάπτυξη της οικονομίας μας είναι οι ξένες άμεσες επενδύσεις. Η Ελλάδα πάντα είχε χαμηλή επίδοση στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ακόμη και πριν την κρίση. Την πενταετία 2013-17, οι ξένες άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα ανήλθαν, κατά μέσο όρο στο 1.3% του ΑΕΠ, ενώ η Πορτογαλία και η Ισπανία πέτυχαν υπερδιπλάσιο ποσοστό.

Για να έρθουν ξένες επενδύσεις, πρέπει να βελτιωθεί άμεσα το επιχειρηματικό κλίμα και αυτό είναι βέβαιο ότι θα γίνει με τη νέα κυβέρνηση. Είναι όμως αρκετό; Η απάντηση είναι: Όχι!

Για να έλθουν οι επενδύσεις που χρειαζόμαστε πρέπει να υπερνικηθούν συγκεκριμένα εμπόδια και να υπάρξουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ποια; Ας δούμε τα δέκα κυριότερα:

  1. Η γραφειοκρατία και τα κάθε είδους εμπόδια που προκύπτουν από την ασάφεια και την αστάθεια του νομοθετικού και ρυθμιστικού πλαισίου,
  2. Το ασταθές, πολύπλοκο και μη προβλέψιμο φορολογικό σύστημα
  3. Η αργή απονομή της δικαιοσύνης και οι καθυστερήσεις στη δικαστική επίλυση των διαφορών
  4. Οι χρονοβόρες διαδικασίες λειτουργικής και περιβαλλοντικής αδειοδότησης
  5. Οι αδυναμίες χωροταξικού σχεδιασμού και η έλλειψη χρήσεων γης
  6. Το ακριβό, μη ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας. Η τιμή της κιλοβατώρας στην Ελλάδα, είναι 30% υψηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος είναι διπλάσιος από τις τιμές στις ΗΠΑ.
  7. Το υψηλό κόστος χρηματοδότησης. Τα επιτόκια στην Ελλάδα κινούνται στο επίπεδο του 7% έναντι 2 έως 3% που είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
  8. Η περιορισμένη ψηφιακή ωριμότητα
  9. Το μη ανταγωνιστικό κόστος των τηλεπικοινωνιών
  10. Η έλλειψη κατάλληλου προσωπικού για την κάλυψη τεχνικών θέσεων εργασίας

Όλα τα παραπάνω εμπόδια –με δεδομένη την πολιτική βούληση του αυριανού πρωθυπουργού κ. Κ. Μητσοτάκη και την προσήλωση του στην επίλυση τους– χρειάζονται πολύ χρόνο και πολλή προσπάθεια για να λυθούν και να αποδώσουν.

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι δεν τελειώνουμε με την ψήφο μας στις εκλογές. Ο αγώνας ξεκινά την επόμενη μέρα. Αν θέλουμε να προχωρήσουν οι αναγκαίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις χρειάζεται για τα επόμενα χρόνια η διαρκής και επίμονη κινητοποίηση όλων μας, όλων των ενεργών πολιτών. Ο καθένας από εμάς πρέπει να δώσει τη μάχη στην καθημερινότητά του, στη δουλειά του, στον κύκλο του, σε αυτούς που επηρεάζει. Χρειάζεται να απομονώσουμε όσους κραυγάζουν, όσους επενδύουν στην εκμετάλλευση των συναισθημάτων του κόσμου, όσους παραπληροφορούν, όσους λαϊκίζουν. Χρειάζεται να ενημερώνουμε τους γύρω μας και να εξηγούμε τι γίνεται και γιατί. Χρειάζεται όλοι μας να πιέζουμε, με ότι μέσο διαθέτει ο καθένας, τα μέσα ενημέρωσης και τους δημοσιογράφους να ενημερώνουν υπεύθυνα και νηφάλια, και όχι να τροφοδοτούν το λαϊκισμό και να επιτείνουν τη σύγχυση. Χρειάζεται να ασκούμε διαρκώς επιρροή σε πολιτικούς, σε βουλευτές, σε στελέχη της δημόσιας διοίκησης, σε opinion influencers.

Αν πιστεύουμε ότι μόνη η επιλογή της κατάλληλης κυβέρνησης είναι αρκετή για να προχωρήσουν τα πράγματα, θα κάνουμε πολύ μεγάλο λάθος. Είναι η ώρα να αναλάβουμε κι εμείς τις ευθύνες μας.

Δημοσιεύτηκε στο site ΕΜΕΑ στις 25 Ιουνίου 2019

Επενδύσεις στην Ελλάδα: μήπως να κρατήσουμε μικρότερο καλάθι;

Υπάρχει μια θέση στην οποία –παράξενο!– συμφωνούν όλοι, ευρωπαίοι και ΔΝΤ, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, σύνδεσμοι και επιμελητήρια, οικονομολόγοι, big four και επιχειρηματίες, όταν τοποθετούνται για το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας: χρειάζονται επενδύσεις! Στα πολλά και ποικίλα συνέδρια, στις ημερίδες και στα fora που διοργανώνονται, υπάρχει διαρκώς η μόνιμη επωδός: χρειάζονται επενδύσεις! Πολλές επενδύσεις! Ιδιωτικές επενδύσεις, δημόσιες επενδύσεις, άμεσες ξένες επενδύσεις, αποκρατικοποιήσεις, τέλος πάντων, κάθε είδους επενδύσεις.
Για το ύψος των απαιτούμενων επενδύσεων, όπως και για το βάθος του χρονικού ορίζοντα, εντός του οποίου πρέπει να γίνουν, λίγο-πολύ οι εκτιμήσεις συμπίπτουν. Πρόσφατη μελέτη της Deloitte υπολογίζει σε πάνω από 100 δισεκατομμύρια ευρώ το επενδυτικό κενό, που πρέπει να καλυφθεί και συμπίπτει με την προ δεκαμήνου μελέτη της PwC.
Στο Συνέδριο του ΣΕΒ «Σχεδιάζουμε το μέλλον με επενδύσεις» που έγινε πριν λίγες ημέρες, τόσο ο Πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Θ. Φέσσας, όσο ο καθηγητής και πρώην Υπουργός κ. Νίκος Χριστοδουλάκης στις τοποθετήσεις τους μίλησαν για το ίδιο ποσό, σε ορίζοντα των επόμενων 5-7 ετών. Tο ίδιο εκτίμησε και ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέροντας: “Υπολογίζουμε 100 δις € επενδύσεις σε 7 χρόνια, εάν εφαρμόσουμε ένα συνεκτικό σχέδιο προσέλκυσης επενδύσεων”.
Συμπέρασμα: Για να εξισορροπηθεί η τεράστια αποεπένδυση, που έχει υποστεί η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια και να πλησιάσουμε το μέσο όρο της ευρωζώνης, απαιτούνται επιπλέον επενδύσεις, πέραν όσων πραγματοποιούνται ετησίως, τουλάχιστον 100 δις ευρώ μέχρι το 2025. Σημειώστε το “επιπλέον”! Και αυτά, χωρίς να υπολογίζονται οι επενδύσεις σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, που είναι απαραίτητες μόνο για την ανανέωση του υπάρχοντος και υπολογίζονται σε 12,3 δις € κάθε χρόνο. (Μελέτη PwC “Από την ύφεση στην αναιμική ανάκαμψη” Ιούνιος 2017). Continue reading “Επενδύσεις στην Ελλάδα: μήπως να κρατήσουμε μικρότερο καλάθι;”