Είναι η οικονομία, ανόητε!

“It’s the economy, stupid” είναι η φράση, με την οποία ο Τζέιμς Κάρβιλ συμπύκνωσε τη στρατηγική της επιτυχημένης προεκλογικής εκστρατείας του Μπιλ Κλίντον εναντίον του τότε προέδρου Μπους (του πρεσβυτέρου), το 1992. Βέβαια, η φράση του Κάρβιλ απευθυνόταν εσωτερικά, προς το επιτελείο της καμπάνιας, ωστόσο έγινε de facto το κεντρικό σλόγκαν όλης της εκστρατείας Κλίντον.

Είναι καλή ιδέα, πιστεύω, η ίδια φράση να κρεμαστεί –όπως έγινε και τότε– στα γραφεία των επιτελών της νέας κυβέρνησης, καθώς ορίζει όχι μόνο τη βασική προτεραιότητα της νέας διακυβέρνησης, αλλά και την κύρια προσδοκία των ψηφοφόρων. Το εκλογικό σώμα ψήφισε μια ισχυρή αυτοδύναμη κυβέρνηση, δίνοντάς της την καθαρή εντολή που ζήτησε, για να εφαρμόσει τη βασική προεκλογική της εξαγγελία: Ισχυρή Ανάπτυξη!

Μετά από τη δεκαετή οικονομική ύφεση, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, με τον προγραμματικό του λόγο, έπεισε τους μπαϊλντισμένους έλληνες ότι ενσαρκώνει την ελπίδα για μία καλύτερη οικονομική κατάσταση για τους ίδιους και τα νοικοκυριά τους. Και τον υπερψήφισαν.

Οι προσδοκίες είναι υψηλές –παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε προεκλογικά να μη σηκωθεί υπερβολικά ο πήχυς– και οι αντικειμενικές δυσκολίες σημαντικές. Το κρίσιμο μέγεθος για την κυβέρνηση είναι ο χρόνος και η ταχύτητα με την οποία θα κινηθεί.

Οι μεταμνημονιακές δεσμεύσεις, η δημοσιονομική πειθαρχία, το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος, ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ, το τι θα γίνει με τα κόκκινα δάνεια και τις τράπεζες ελάχιστα απασχολούν το μέσο έλληνα. Τα ακούει, αλλά δεν τα καταλαβαίνει. Αυτό που περιμένει να δει είναι αποτελέσματα στην τσέπη του. Όσο πιο γρήγορα τα δει, τόσο καλύτερα θα είναι για την κυβέρνηση. Όσο καθυστερούν, ακόμη κι αν βελτιωθεί η κατάσταση σε άλλα θέματα, θα αρχίσει τη γκρίνια.

Εκτός από θέματα οικονομίας, φορολογίας και επενδύσεων η νέα κυβέρνηση έχει προαναγγείλει νομοσχέδια για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, για τα θέματα της ασφάλειας και ενίσχυσης της αστυνόμευσης, παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα, ρυθμίσεις για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και άλλα.

Η παγίδα για τη νέα κυβέρνηση βρίσκεται στο να σπαταλήσει πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο, δυνάμεις και χρόνο σε θέματα μικρότερης προτεραιότητας από αυτά της οικονομικής ανάπτυξης. Για παράδειγμα, τα θέματα δημόσιας τάξης, η μείωση της παραβατικότητας ή το πανεπιστημιακό άσυλο χρειάζονται σχεδιασμό, χρόνο και προσεκτικούς χειρισμούς. Δεν είναι κατάλληλα για τη δημιουργία άμεσων εντυπώσεων, καθώς από τη μια μπορούν να δώσουν ερείσματα για οργανωμένες αντιδράσεις κι από την άλλη ένα ατύχημα ή μια προβοκάτσια μπορεί εύκολα να εκτρέψει την κατάσταση. Δεν έχουμε δα και τον πιο οργανωμένο κρατικό μηχανισμό, ούτε η κυβέρνηση μπορεί να τον βελτιώσει άμεσα.

Χωρίς αμφιβολία είναι πολλά τα πράγματα που πρέπει να γίνουν, σε πολλούς τομείς. Όμως, δεν είναι σοφό να ανοίξει κανείς συγχρόνως όλα τα μέτωπα. Χρειάζεται ιεράρχηση και προσεκτική επιλογή ποιας μάχης θα δοθεί και πότε. Εκτός βέβαια από την οικονομία, που είναι η μητέρα όλων των μαχών.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 9 Ιουλίου 2019.

Ποτέ δεν σκέφτομαι το μέλλον. Έρχεται αρκετά σύντομα. *

Την Κυριακή το βράδυ θα ξέρουμε όλοι τα αποτελέσματα των εκλογών. Θα ξέρουμε την έκταση της αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας, την έκταση της διαφοράς και πόσα κόμματα θα έχει η νέα Βουλή. Μάς ζητήθηκε, όμως, σήμερα –που δεν τα ξέρουμε όλα αυτά– να προβλέψουμε τι είδους κυβέρνηση θα σχηματίσει ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, ως νέος Πρωθυπουργός!
Αποδεχόμενοι την πρόκληση, ας δούμε ποια είναι τα δεδομένα, που έχει στο μυαλό του ο κ. Μητσοτάκης:

  1. Τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθούν να είναι μπροστά μας. Ο ρυθμός ανάπτυξης είναι αναιμικός, τα δημοσιονομικά περιθώρια περιορισμένα και η όποια ευφορία από την κυβερνητική αλλαγή θα περάσει γρήγορα.
  2. Πρέπει να γίνουν πολλά και γρήγορα: Προσέλκυση επενδύσεων, εκλογίκευση των φορολογικών βαρών,  εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος, μείωση της γραφειοκρατίας, αύξηση της ανταγωνιστικότητας, ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, εκσυγχρονισμός του δημοσίου, αποκρατικοποιήσεις, καταπολέμηση της ανεργίας, εξάλειψη της φοροδιαφυγής και πολλά άλλα.
  3. Υπάρχουν πολύ σοβαρά θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, που χρειάζονται μεγάλη προσοχή και προσπάθεια.
  4. Ο συνδετικός ιστός τού “να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ”, που σύμφωνα με τις έρευνες φτάνει το 70% της κοινής γνώμης, θα πάψει να λειτουργεί και να δημιουργεί περιθώρια ανοχής στη Νέα Δημοκρατία και στον ίδιο.
  5. Παρά τις προσπάθειες ανανέωσης και εμπλουτισμού του πολιτικού προσωπικού της Νέας Δημοκρατίας, είναι σίγουρο (και φυσιολογικό) ότι θα υπάρξουν αστοχίες προσώπων και χειρισμών.
  6. Οι εσωτερικές αντιθέσεις και ομάδες που υπάρχουν σε κάθε πολυσυλλεκτικό κόμμα, όπως είναι η Νέα Δημοκρατία, θα αρχίσουν να εκδηλώνονται ηπιότερα στην αρχή και εντονότερα στη συνέχεια. Δεν θα αμφισβητήσουν την κυριαρχία του ιδίου, αλλά θα δημιουργούν “θόρυβο” ως προς τις πολιτικές που εφαρμόζονται.
  7. Είναι δύσκολο να έχει την επιθυμητή επιρροή στα μέσα ενημέρωσης, η υποστήριξη των οποίων στο μεταρρυθμιστικό έργο της νέας κυβέρνησης δεν θεωρείται καθόλου δεδομένη.
  8. Αν κρίνει κανείς από τον τρόπο με τον οποίον λειτούργησαν οι κατά καιρούς αντιπολιτεύσεις στα χρόνια της κρίσης, το πιθανότερο είναι ότι η αντιπολίτευση, αξιωματική και ελάσσονα, δεν θα τηρήσουν υπεύθυνη στάση.
  9. Η επιρροή στο δημόσιο λόγο των ψεμάτων, της ακραίας ρητορικής, της πόλωσης, των ιδεοληψιών και των ανερμάτιστων θεωριών δεν έχει εκλείψει.
  10. Οι προσδοκίες από τη νέα κυβέρνηση και προσωπικά από τον ίδιο είναι υψηλές και η περίοδος χάριτος πολύ περιορισμένη.

Συμβαίνει να γνωρίζω τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και να έχω παρακολουθήσει όλη του τη διαδρομή. Γνωρίζοντας τον άνδρα –και την επιμονή και τη συνέπεια, που τον διακρίνει– πιστεύω ότι, είτε με ένα πολύ καλό αποτέλεσμα και ισχυρή αυτοδυναμία για τη Νέα Δημοκρατία, είτε με οριακή αυτοδυναμία, θα λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο. Δεν θα δημιουργήσει κυβέρνηση ισορροπιών. Θα κυβερνήσει με ένα μικρό, συνεκτικό και ευέλικτο σχήμα, με πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης του, ιδίως στη στελέχωση των Υπουργείων Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών, Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Ψηφιακής Πολιτικής, Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών. Οι στόχοι του είναι τρεις: να σηματοδοτήσει με σαφές στίγμα τη νέα εποχή διακυβέρνησης, να μπορέσει άμεσα να περάσει, όσο το δυνατόν περισσότερα πράγματα και να δημιουργήσει το momentum της αλλαγής, εκμεταλλευόμενος την ευφορία και το good will, το οποίο θα έχει δημιουργήσει το αποτέλεσμα των εκλογών.

Ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει πολύ καλά ότι το κρίσιμο μέγεθος είναι η ταχύτητα. Τόσο από την ιστορική εμπειρία της διακυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, όσο και από τη δική του υπουργική συμμετοχή. Γνωρίζει επίσης ότι η δεκαετής κρίση κατανάλωσε τρεις πρωθυπουργούς –για διαφορετικούς λόγους τον καθένα– και είμαι σίγουρος ότι δεν θέλει να είναι ο τέταρτος. Οψόμεθα!

* Η πανέξυπνη αυτή φράση ανήκει στον Albert Einstein: “I never think of the future – it comes soon enough.”

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ την παραμονή των εθνικών εκλογών Σάββατο 6 Ιουλίου 2019.

Eθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου: το διακύβευμα.

Λίγες ημέρες  μάς χωρίζουν από τις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου. Οι εκλογές αυτές θα διεξαχθούν σε ένα πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον αρκετά διαφορετικό από αυτό στο οποίο έγιναν οι δύο εθνικές αναμετρήσεις τους 2015. Όπως είναι αρκετά διαφορετική και η πολιτική συμπεριφορά των πολιτών τουλάχιστον όπως αυτή αποτυπώθηκε στο αποτέλεσμα των πρόσφατων ευρωεκλογών.

Ας γυρίσουμε για λίγο στο 2015 για να δούμε επιγραμματικά ποια ήταν τα χαρακτηριστικά εκείνων των αναμετρήσεων. Πρώτα-πρώτα, η πλήρης κυριαρχία των συναισθημάτων έναντι της λογικής. Φόβος, οργή, τιμωρία, σιγουριά, ελπίδα ήταν οι έννοιες που προεκλογικά κυριάρχησαν. Δεύτερο, η κατά κράτος επικράτηση του λαϊκισμού και του εμπορίου ελπίδας και η πλήρης απουσία προγραμματικών θέσεων. Τρίτο, η κυριαρχία στο δημόσιο λόγο των ψεμάτων, της ακραίας ρητορικής, της πόλωσης, των ιδεοληψιών και των ανερμάτιστων θεωριών. Τέταρτο, η παντελής έλλειψη κατανόησης των αιτίων της χρεωκοπίας της χώρας της και η άγνοια των βασικών –και παγκοσμίως αποδεκτών– τρόπων που λειτουργεί η οικονομία. Πέμπτο, ο διαλυτικός και λαϊκιστικός τρόπος λειτουργίας της πλειοψηφίας των μέσων ενημέρωσης, των δημοσιογράφων, των σχολιαστών και των δήθεν ειδικών που συνέβαλλαν στην πλήρη σύγχυση της κοινής γνώμης.

Στη σχεδόν πενταετή διακυβέρνηση της χώρας από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τη συνδρομή των ΑΝΕΛ και άλλων, τα παραπάνω χαρακτηριστικά αμβλύνθηκαν αλλά δυστυχώς αρκετά παραμένουν και σήμερα.

Το αποτέλεσμα των πρόσφατων ευρωεκλογών (και των περιφερειακών) ανέδειξε πρώτη με σημαντική διαφορά τη Νέα Δημοκρατία και αποτέλεσε μεγάλη ήττα τον ΣΥΡΙΖΑ και τον κ. Αλέξη Τσίπρα. Ο αιφνιδιασμός που υπέστη ο κ. Τσίπρας από το αποτέλεσμα μπορεί να οδήγησε σε άμεσες εκλογές, όμως ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε να είναι η δεσπόζουσα δύναμη της αριστεράς. Η οριακή άνοδος του ΚΙΝΑΛ απέδειξε ότι δεν καρπώθηκε παρά ελάχιστες από τις απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και το KKE. Η Χρυσή Αυγή απώλεσε σημαντικό μέρος των δυνάμεων της όμως η ανάδειξη του κ. Βελόπουλου και η οριακή -κοντά στο 3%- παρουσία του κόμματος Βαρουφάκη έδειξε ότι κάποια από τα χαρακτηριστικά που προαναφέραμε παραμένουν σε ένα ποσοστό συμπολιτών μας που ξεπερνά το 12%. Το Ποτάμι στέρεψε, όπως και οι λαϊκίστικοί σχηματισμοί των κυρίων Λεβέντη και Καμμένου.

Ένα φαινόμενο που παρατηρήθηκε επίσης στις τελευταίες ευρωεκλογές είναι το πολύ υψηλό ποσοστό των ψήφων που πήγε στα κόμματα που δεν έφτασαν το 3%, έφτασε το 21%! Συνήθως, σε εθνικές εκλογές το ποσοστό των εκτός Βουλής κομμάτων κινείται από 6% μέχρι 8%. Αν αυτή η συμπεριφορά επαναληφθεί –που είναι πολύ πιθανό– αυτό σημαίνει ότι σχεδόν 13-15% του εκλογικού σώματος είτε θα ψηφίσει ένα από τα υπάρχοντα εντός ευρωβουλής κόμματα ή θα απέχει.

Υπό τις περιστάσεις, η ανατροπή των δεδομένων που δημιούργησαν οι τελευταίες ευρωεκλογές δεν είναι δυνατή. Η Νέα Δημοκρατία θα κερδίσει πιθανότατα την αυτοδυναμία. Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο κ. Τσίπρας, με συρρικνωμένη αξιοπιστία, θα υποστηρίξουν το αφήγημα που έχουν δημιουργήσει, με στόχο να κινηθούν σε ποσοστά από 24-28%. Από εκεί και πέρα, εκείνο π το οποίο θα κρίνει την έκταση της αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας θα είναι το πόσα κόμματα θα μπούν στη νέα Βουλή.

Όμως, όποιο και να είναι το αποτέλεσμα των εκλογών τα μεγάλα προβλήματα εξακολουθούν να είναι μπροστά μας.
Είμαστε μια κλειστή κοινωνία, με διαλυμένη οικονομία, χαμηλή ανταγωνιστικότητα, παρωχημένο εκπαιδευτικό σύστημα, αναποτελεσματικό δημόσιο, μεγάλη ανεργία, χαμηλό δείκτη γνώσης χρήσης των νέων τεχνολογιών και μικρό βαθμό προσαρμοστικότητας.
Για να πάμε μπροστά χρειάζονται να γίνουν πολλά και γρήγορα. Προσέλκυση επενδύσεων, εκλογίκευση των φορολογικών βαρών,  εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος, μείωση της γραφειοκρατίας, αύξηση της ανταγωνιστικότητας, ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, εκσυγχρονισμός του δημοσίου, αποκρατικοποιήσεις, καταπολέμηση της ανεργίας, εξάλειψη της φοροδιαφυγής και πολλά άλλα. Και δεν αναφέρομαι καθόλου στα επίσης πολύ σοβαρά θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, που χρειάζονται επίσης μεγάλη προσοχή και προσπάθεια. Τα προβλήματα αυτά δεν πρόκειται να λυθούν με ευχές, ούτε με θαύματα. Χρειάζεται πολλή και συντονισμένη δουλειά.

Οι προσδοκίες από τη νέα κυβέρνηση και ιδίως από τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη είναι υψηλές. Αν υποθέσουμε ότι θα κάνει τα σωστά πράγματα, σε κάποιο βαθμό χρειάζεται υπεύθυνη στάση από την αντιπολίτευση, αξιωματική και ελάσσονα. Αν κρίνει κανείς από τον τρόπο με τον οποίον λειτούργησαν οι κατά καιρούς αντιπολίτευσειςς στα χρόνια της κρίσης, με εξαίρεση τη Νέα Δημοκρατία των τελευταίων ετών, η πρόβλεψη δεν είναι αισιόδοξη. Άρα, το βάρος που θα σηκώσει νέα κυβέρνηση θα είναι πολύ μεγαλύτερο και η προσοχή που πρέπει να επιδείξει επίσης.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 22 Ιουνίου 2019.

Τελικά σύντροφοι, πού πάμε;

Το αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών αιφνιδίασε τον ΣΥΡΙΖΑ και τον κ. Αλέξη Τσίπρα. Αυτό αποδείχτηκε περίτρανα, τόσο από την έκπληξη και αμηχανία των στελεχών του, όσο κι από την παραζαλισμένη αντίδραση του κ. Τσίπρα να δηλώσει ότι θα επιδιώξει άμεσες εκλογές, ενώ σταθερά διακήρυσσε ότι θα γίνουν το τέλος της τετραετίας. Βέβαια, απομένει αυτό να συμβεί και να μην έχουμε και πάλι κάποια ανατροπή κατά τα πρότυπα της διαχείρισης του δημοψηφίσματος.

Τα αίτια της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολλά και στην πλειοψηφία τους υπήρξαν οφθαλμοφανή. Μόνο οι ίδιοι δεν έβλεπαν τη χιονοστιβάδα να έρχεται. Γι’ αυτό και βρέθηκαν ανέτοιμοι. Αν υπάρχει μια λέξη που περιγράφει άρτια τα κυριότερα αίτια της ήττας του είναι η λέξη “υποτίμηση”. Ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ υποτίμησαν την πραγματικότητα, υποτίμησαν τον κύριο αντίπαλό τους και τέλος υποτίμησαν τους πολίτες.

Η υποτίμηση της πραγματικότητας φάνηκε πρώτα-πρώτα στη γεμάτη περιφρόνηση διαχείριση των καταστροφών του Ματιού και της Μάνδρας, με τη διαρκή υποβάθμιση των συνεπειών τους, η οποία και συνεχίστηκε επίμονα, μέχρι πριν λίγες μέρες. Φάνηκε στο θέμα της υπερφορολόγησης, που γονάτισε την ήδη ταλαιπωρημένη μεσαία-μικρομεσαία τάξη. Φάνηκε στη Συμφωνία των Πρεσπών, όπου ένα σοβαρό εθνικό θέμα αντιμετωπίστηκε μικροκομματικά και κατέληξε σε βατραχομυομαχία μεταξύ Καμένου και Κοτζιά. Φάνηκε στα επικοινωνιακά αυτογκόλ, όπως το μέγα δήθεν σκάνδαλο της Novartis, η αλυσιτελής διαπραγμάτευση των σχέσεων κράτους-εκκλησίας, η πολυδιαφημισμένη 13η σύνταξη (που κατέληξε άγρια κουτσουρεμένη στους δικαιούχους), η ατελέσφορη Προοδευτική Συμμαχία. Φάνηκε στη διαρκή άρνηση αξιοποίησης των ευρημάτων πλήθους δημοσκοπήσεων, που όπως αποδείχτηκε εκ του αποτελέσματος δεν ήταν χαλκευμένες. Φάνηκε στον εναγκαλισμό με τον Καμένο, στην υποστήριξη του ήθους και του ύφους Πολάκη, στην ανοχή στο Ρουβίκωνα και στους ταραξίες. Και σε πολλά ακόμη.

Η υποτίμηση του αντιπάλου, του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας, φάνηκε αμέσως μετά την εκλογή του στην ηγεσία. Αφού η Siemens δεν απέδωσε τίποτα, ανασύρθηκαν τα τζάκια, οι απολύσεις, οι “νεοφιλελεύθερες” πολιτικές, o δήθεν εναγκαλισμός με την ακροδεξιά και –πρόσφατα– το ασφαλιστικό Πινοσέτ, το “κρυφό πρόγραμμα” και η επταήμερη εργασία. Φάνηκε στον τρόπο με τον οποίο μεθόδευσαν τη συμφωνία των Πρεσπών, πιστεύοντας ότι θα δημιουργήσουν ρήγμα στη Νέα Δημοκρατία και τελικά παγιδεύτηκαν οι ίδιοι, παίρνοντας όλο το κόστος, ενώ η Νέα Δημοκρατία και ο πρόεδρός της βγήκαν κερδισμένοι.

Φάνηκε στη Βουλή από τη συγκρατημένη περιφρόνηση με την οποία τις περισσότερες φορές αντιμετώπιζε ο κ. Τσίπρας τον κ. Μητσοτάκη. “Τον έχω” πίστευε ο επικοινωνιακά χαρισματικός ηγέτης! Με τη διαφορά ότι ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης απέδειξε ότι με συγκροτημένη δουλειά, με σύστημα και με επιμονή, μπορείς να κερδίσεις. Έτσι, επικράτησε στις εσωκομματικές εκλογές για την ηγεσία της ΝΔ, έτσι κέρδισε και τις ευρωεκλογές.

Η υποτίμηση των πολιτών φάνηκε διαυγέστατα στην προεκλογική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ. Η δαιμονοποίηση των αντιπάλων, ο διαχωρισμός σε προοδευτικούς και συντηρητικούς, στους πολλούς και τους λίγους, οι παροχές και οι ελαφρύνσεις της τελευταίας στιγμής, η αποκαλούμενη 13η σύνταξη, θύμισαν τις χειρότερες στιγμές της μεταπολιτευτικής μας ιστορίας. Και δεν έπεισαν.

Προς τις εθνικές εκλογές

Πέντε εβδομάδες μάς χωρίζουν από τις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου. Η Νέα Δημοκρατία δεν έχει κανένα λόγο να αλλάξει στρατηγική. Αν μείνει στην ίδια κατεύθυνση, δίνοντας έμφαση στα προβλήματα και εξηγώντας τις προτάσεις της για την επόμενη ημέρα και συγχρόνως διατηρήσει την ενωτική και μετριοπαθή στάση, που επέδειξε ο πρόεδρος της στις δηλώσεις του μετά τις ευρωεκλογές, θα πετύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για την ίδια: την αυτοδυναμία. Υπό την προϋπόθεση πάντα ότι θα αποφύγει τους περιττούς πανηγυρισμούς και την αλαζονεία του “ερχόμαστε” στην οποία ρέπουν κάποια από τα στελέχη της.

Τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ; Θα επιμείνει στην υποτίμηση της πραγματικότητας, των αντιπάλων και των πολιτών; Θα αρχίσει να κουνάει το δάχτυλο προς τους πολίτες που αποδοκίμασαν το κυβερνητικό αφήγημα; Θα αναζητήσει μιαν άλλη προσέγγιση;

Υπό τις περιστάσεις, η ανατροπή των δεδομένων που δημιούργησαν οι τελευταίες εκλογές είναι αδύνατη για τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτα-πρώτα, θα πρέπει να συγκρατήσει όλους τους ψηφοφόρους, που –παρά τα λάθη του– τον ψήφισαν πρόσφατα. Δεύτερο, θα πρέπει να βρει την επιχειρηματολογία για να πείσει μερίδα αυτών που τον εγκατέλειψαν, να επιστρέψουν. Και τρίτο, να συγκινήσει κάποιους από τους αριστερούς ψηφοφόρους, που ψήφισαν άλλα κόμματα της αριστεράς, να τον ψηφίσουν. Μπορεί; Προλαβαίνει; Δύσκολο!

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην Athens Voice. Δείτε το εδώ

* Στην ταινία Made in Greece (1987), σε σενάριο του αγαπημένου μου Γιάννη Κακουλίδη και του Χάρρυ Κλυνν, υπάρχει η σκηνή με το ταξί. Στους επιβάτες του ταξί –μια διπλοκούρσα–ο Γιάννης Κακουλίδης, υποδύεται έναν «ανώνυμο» Έλληνα. Στη διάρκεια της διαδρομής, αφού αραδιάζει μερικά τσιτάτα («οι σκλάβοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους») κάποια στιγμή αγκαλιάζει το Χάρρυ Κλυνν και τον ρωτάει με λυγμούς, «τελικά πού πάμε σύντροφε;», για να λάβει την αποστομωτική απάντηση: «στο αεροδρόμιο».

Επενδύσεις στην Ελλάδα: μήπως να κρατήσουμε μικρότερο καλάθι;

Υπάρχει μια θέση στην οποία –παράξενο!– συμφωνούν όλοι, ευρωπαίοι και ΔΝΤ, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, σύνδεσμοι και επιμελητήρια, οικονομολόγοι, big four και επιχειρηματίες, όταν τοποθετούνται για το οικονομικό μέλλον της Ελλάδας: χρειάζονται επενδύσεις! Στα πολλά και ποικίλα συνέδρια, στις ημερίδες και στα fora που διοργανώνονται, υπάρχει διαρκώς η μόνιμη επωδός: χρειάζονται επενδύσεις! Πολλές επενδύσεις! Ιδιωτικές επενδύσεις, δημόσιες επενδύσεις, άμεσες ξένες επενδύσεις, αποκρατικοποιήσεις, τέλος πάντων, κάθε είδους επενδύσεις.
Για το ύψος των απαιτούμενων επενδύσεων, όπως και για το βάθος του χρονικού ορίζοντα, εντός του οποίου πρέπει να γίνουν, λίγο-πολύ οι εκτιμήσεις συμπίπτουν. Πρόσφατη μελέτη της Deloitte υπολογίζει σε πάνω από 100 δισεκατομμύρια ευρώ το επενδυτικό κενό, που πρέπει να καλυφθεί και συμπίπτει με την προ δεκαμήνου μελέτη της PwC.
Στο Συνέδριο του ΣΕΒ «Σχεδιάζουμε το μέλλον με επενδύσεις» που έγινε πριν λίγες ημέρες, τόσο ο Πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Θ. Φέσσας, όσο ο καθηγητής και πρώην Υπουργός κ. Νίκος Χριστοδουλάκης στις τοποθετήσεις τους μίλησαν για το ίδιο ποσό, σε ορίζοντα των επόμενων 5-7 ετών. Tο ίδιο εκτίμησε και ο Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέροντας: “Υπολογίζουμε 100 δις € επενδύσεις σε 7 χρόνια, εάν εφαρμόσουμε ένα συνεκτικό σχέδιο προσέλκυσης επενδύσεων”.
Συμπέρασμα: Για να εξισορροπηθεί η τεράστια αποεπένδυση, που έχει υποστεί η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια και να πλησιάσουμε το μέσο όρο της ευρωζώνης, απαιτούνται επιπλέον επενδύσεις, πέραν όσων πραγματοποιούνται ετησίως, τουλάχιστον 100 δις ευρώ μέχρι το 2025. Σημειώστε το “επιπλέον”! Και αυτά, χωρίς να υπολογίζονται οι επενδύσεις σε κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, που είναι απαραίτητες μόνο για την ανανέωση του υπάρχοντος και υπολογίζονται σε 12,3 δις € κάθε χρόνο. (Μελέτη PwC “Από την ύφεση στην αναιμική ανάκαμψη” Ιούνιος 2017). Continue reading “Επενδύσεις στην Ελλάδα: μήπως να κρατήσουμε μικρότερο καλάθι;”