Συμπληρώθηκαν πριν λίγες ημέρες δύο χρόνια από τις εκλογές του 2000. Μέχρι τώρα, η κυβέρνηση Σημίτη δεν άσκησε την πολιτική που ανέμενε μεγάλη μερίδα όσων την ψήφισαν, γεγονός που αποτυπώνεται, τόσο στις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των διεθνών οργανισμών, όσο και στις κάθε είδους έρευνες που δημοσιεύονται.
Η βελτίωση της καθημερινής ζωής του πολίτη, οι αποκρατικοποιήσεις, ο εκσυγχρονισμός του δημοσίου, η αύξηση της απασχόλησης, η βελτίωση του κοινωνικού κράτους και της ποιότητας ζωής των πολιτών και η πραγματική σύγκλιση μοιάζουν ακόμη στόχοι πολύ μακρινοί.
Στους εικοσιδύο μήνες που μεσολάβησαν από την ένταξή μας στην ΟΝΕ, οι προσδοκίες των πολιτών, ότι τα δύσκολα έχουν ξεπεραστεί, διαψεύστηκαν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η κυβέρνηση βρίσκεται, ιδίως τον τελευταίο χρόνο, αντιμέτωπη με διαδοχικές κρίσεις. Τι συμβαίνει λοιπόν;
Oι δείκτες της κρίσης
Με βάση τις έρευνες, τις μελέτες πολιτικής συμπεριφοράς και την παρατήρηση της εμπειρίας των αναπτυγμένων χώρων, έχουν εδώ και χρόνια διαμορφωθεί συγκεκριμένοι βασικοί δείκτες κρίσης που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των μεταβατικών περιόδων, στις οποίες συμβαίνουν –ή επίκειται να συμβούν– μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές.
Ας δούμε ποιοι είναι οι δείκτες αυτοί: η πόλωση του εκλογικού σώματος, η αποστασιοποίηση των ψηφοφόρων, η υποβάθμιση των θεσμών, οι συγκρούσεις εντός των διαφόρων ελίτ, οι αντιφάσεις μεταξύ κράτους και ιδιωτικής πρωτοβουλίας και ο ανταγωνισμός των επιχειρηματικών συμφερόντων για την κατοχύρωση μεριδίων αγοράς.
Αν βάλουμε τώρα, δίπλα σε κάθε έναν από τους δείκτες, τα περιστατικά που συνέβησαν και συμβαίνουν στη χώρα μας θα δούμε πώς η κρίση παίρνει σάρκα και οστά:
Η πόλωση του εκλογικού σώματος. Την εποχή που η επίλυση των προβλημάτων υποχρεώνει τους πάντες να βρίσκουν σημεία προσέγγισης και συνέργειες, στη χώρα μας συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Υπογραμμίζονται οι διαφορές, αναβιώνουν οι διαχωριστικές γραμμές, διευρύνονται τα χάσματα. Τα περί «σκληρού ροκ» και οι διαρκώς αυξανόμενοι υψηλοί τόνοι επιβεβαιώνουν ότι η πόλωση θα είναι γενικευμένη.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πόλωση. Οι δύο κόσμοι που συγκρούονται δεν είναι μόνο το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία, η κεντροαριστερά και η κεντροδεξιά. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε όσους θέλουν τις αλλαγές και σε όσους δεν τις θέλουν, είτε γιατί βολεύονται είτε γιατί φοβούνται. Ανάμεσα σε αυτούς που θέλουν να προχωρήσει γρήγορα μπροστά η χώρα και σε εκείνους που αντιστέκονται, που απομυζούν, που παζαρεύουν
Η αποστασιοποίηση των ψηφοφόρων. Οι Έλληνες τα τελευταία χρόνια βιώνουν μια κατάσταση που τους προκαλεί δυσαρέσκεια. Επιλέγουν ανάμεσα σε κόμματα που θεωρούν αναξιόπιστα, ανάμεσα σε πολιτικούς που θεωρούν ακατάλληλους, ανάμεσα σε εκπομπές που θεωρούν χαμηλής ποιότητας. Τίποτα πια δεν θυμίζει τη σχέση που είχαν στο παρελθόν με τους εκπροσώπους τους, με τα κόμματα, με το πολιτικό σύστημα. Οι πολιτικοί και η πολιτική απομυθοποιήθηκαν και βοηθούσης της τηλεόρασης έχασαν μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας τους. Η αναντιστοιχία μεταξύ πραγματικότητας και πολιτικού λόγου αυξάνεται, αντί να μειώνεται. Οι σειρήνες των media και του life style αποτελειώνουν αργά αλλά σταθερά κάθε διάθεση των πολιτών να πάρουν στα σοβαρά τους πολιτικούς τους, γεγονός που καταγράφεται με αυξανόμενη ένταση στις περισσότερες έρευνες.
Η υποβάθμιση των θεσμών. Όλο και συχνότερα οι θεσμοί αγνοούνται ή γίνονται εργαλείο εξυπηρέτησης πολιτικών, κομματικών και οικονομικών συμφερόντων. Η διαρκής υπονόμευση της δικαιοσύνης, η αιώρηση των ρυθμιστικών αρχών –με κορυφαίο παράδειγμα το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο– από την προκλητική αγνόηση (τη μια από την κυβέρνηση και την άλλη από τα κανάλια) στις διατεταγμένες παρεμβάσεις, τα «φρουτάκια», η παραλίγο κρίση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κων. Στεφανόπουλο (και η ακραίως υποκριτική και υστερόβουλη υπεράσπιση του), η σκανδαλολογία, η διαφθορά, τα «φρουτάκια» και η «παράγκα», οι εκβιασμοί δια του εκλογικού νόμου απαξιώνουν τους θεσμούς.
Οι συγκρούσεις εντός των διαφόρων ελίτ. Μετά την κόντρα κυβέρνησης- εκκλησίας, ο πόλεμος των καναλιών, τα συντροφικά μαχαιρώματα, η διαδοχολογία, η διαρκής αμφισβήτηση Σημίτη από τους πάλαι ποτέ υποστηρικτές του, οι συγκρούσεις εντός του ΠΑΣΟΚ, όχι μόνο μεταξύ «εκσυγχρονιστών» και μη, τεχνοκρατών και λαϊκιστών, αλλά και όλου του συστήματος, που δημιούργησε τα τελευταία είκοσι χρόνια, όπου οι παλαιοί (που έδωσαν τα officia) συγκρούονται με τους καινούργιους (που τα νέμονται σήμερα). Παρόμοια δε φαινόμενα διαφαίνονται και στην ανερχόμενη Νέα Δημοκρατία.
Οι «ρυθμιστικές αντιφάσεις» μεταξύ κράτους και ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η περσινή έκρηξη του ασφαλιστικού, η ακύρωση της συγχώνευσης Alpha Bank – Εθνικής (η οποία συν τοις άλλοις κατέδειξε την ανωριμότητα όλων να δεχθούν πραγματικές διαρθρωτικές αλλαγές), το ναυάγιο της Ολυμπιακής και η οδύσσεια των ναυπηγείων Σκαραμαγκά, η χρόνια καταστρεπτική επιρροή των συντεχνιακών κατεστημένων στην οικονομία και η πρόσφατη αναστάτωση του φορολογικού είναι τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα, όπου το κράτος προσπαθεί να ρυθμίσει την αγορά, αλλά οι επεμβάσεις του καταλήγουν να υπονομεύουν τους ίδιους του τους στόχους.
Ο ανταγωνισμός των επιχειρηματικών συμφερόντων για την κατοχύρωση μεριδίων αγοράς. Η ύφεση της οικονομίας σε συνδυασμό με την παρατεταμένη κρίση του Χρηματιστηρίου και τις κακές επιδόσεις των περισσοτέρων επιχειρήσεων οξύνουν τον ανταγωνισμό. Πολλές επιχειρήσεις δίνουν ήδη αγώνα επιβίωσης. Η δίωξη Κόκκαλη κι άλλες που πιθανόν να ακολουθήσουν, οι συγκρούσεις των άτυπων κέντρων εξουσίας, οι μάχες για τη διανομή του 3ου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης είναι η κορυφή του παγόβουνου.
Το πρώτο βήμα για τη λύση είναι να γνωρίζεις το πρόβλημα
Το πρώτο βήμα για να λύσεις ένα πρόβλημα είναι να το ορίσεις σωστά και να διαπιστώσεις τις αιτίες του. Και η ανάλυση που γίνεται μέχρι στιγμής σχεδόν από όλους για το πρόβλημα είναι λαθεμένη. Γι΄ αυτό και οι κρίσεις θα εξακολουθούν να διαδέχονται η μια την άλλη. Γι΄ αυτό και μόλις κλείνει ένα μέτωπο είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι –πολύ γρήγορα– κάποιο καινούριο θα ανοίγει.
Η Ελλάδα είναι και θα είναι για τα επόμενα χρόνια, μια χώρα σε μετάβαση. Χρειάζονται πολλές, μεγάλες και γρήγορες διαρθρωτικές αλλαγές. Είμαστε μια κλειστή κοινωνία, με κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία, χαμηλό βαθμό προσαρμοστικότητας, παρωχημένο εκπαιδευτικό σύστημα, αναποτελεσματικό δημόσιο, ανθηρή παραοικονομία και το χαμηλότερο δείκτη γνώσης και χρήσης των νέων τεχνολογιών.
Οι αλλαγές δεν θα μας περιμένουν. Η μετάβαση θα γίνει ούτως ή άλλως: είτε με τη θέλησή μας, είτε ως αποτέλεσμα αφόρητων πιέσεων.
Ζούμε σε εποχή αλλαγών. Τα όρια και οι παραδοσιακοί ορισμοί δεν λειτουργούν όπως παλιά. Η κυβέρνηση το ξέρει, οι πολιτικές ηγεσίες το ξέρουν, το νιώθουν κάθε μέρα και περισσότερο. Δεν έχουν τις γνώσεις, όμως να το χειριστούν και το χειρότερο, δεν έχουν την ειλικρίνεια και το σθένος να μιλήσουν ξεκάθαρα στους πολίτες για το πού βρισκόμαστε και τι πρέπει να γίνει.
Το μεγαλύτερο, ίσως, μειονέκτημα των ηγεσιών της πατρίδας μας είναι ότι αναζητούν τις λύσεις στα κομματικά εγχειρίδια της δεκαετίας του ’80. Επιπλέον με το αφελές επιχείρημα ότι «εδώ είμαστε Ελλάδα», δεν αξιοποιούν στο παραμικρό τη διεθνή εμπειρία. Δεν παίρνουν μαθήματα απ΄ ό,τι συνέβη στις άλλες χώρες, ποια σωστά και ποια λάθη έγιναν, πώς αντιμετώπισαν παρόμοιες καταστάσεις, πώς έγιναν οι αναγκαίες αλλαγές.
Lead, follow or get out of the way
Αν στο παρελθόν υπήρχαν εποχές που η θεραπεία-σοκ για την ελληνική κοινωνία και οικονομία ήταν ρίσκο, σήμερα είναι αναγκαιότητα. Οι άνθρωποι, όμως, που θα την εφαρμόσουν χρειάζεται να στηρίζονται γερά στις δικές τους δυνάμεις. Στη δύναμη των ιδεών τους, στο δίκαιο της προσπάθειας τους, στην ισχύ της σιωπηλά εργαζόμενης πλειοψηφίας, στο χρέος προς τις γενιές που έρχονται.
Αν, από την άλλη πλευρά, οι πολιτικές ηγεσίες δεν μπορούν να αναμετρηθούν με τα προβλήματα και να τα λύσουν, τότε καταδικάζουν τους εαυτούς τους σε παραμερισμό. Ο τόπος θα προχωρήσει, είτε μαζί τους, είτε χωρίς αυτούς.
Κάθε μέρα που περνάει είναι πολύτιμη. Η εσωστρέφεια και η αδράνεια είναι οι χειρότεροι σύμβουλοι. Αν τα πράγματα συνεχίσουν έτσι ο κ. Σημίτης και η κυβέρνηση του κινδυνεύουν να μείνουν στην ιστορία ως “οι εκσυγχρονιστές που δεν μπόρεσαν να εκσυγχρονιστούν” με αποτέλεσμα να είναι οι ίδιοι τελικά το μεγαλύτερο εμπόδιο του εκσυγχρονισμού.