Ξημέρωσε η Παρασκευή 19η Ιουλίου 1974. Είχαν περάσει πέντε ημέρες από το πραξικόπημα. Όλα έμοιαζαν ήρεμα, με μια ηρεμία όμως αλλόκοσμη, σαν αυτές που προμηνύουν καταιγίδα. Η μητέρα μας προσπαθούσε να βγάλει εισιτήρια για να γυρίσουμε στην Ελλάδα. Θα φεύγαμε έλεγε ή το Σάββατο ή την Κυριακή. Χρόνια αργότερα ο πατέρας μάς αποκάλυψε ότι ήδη από την Παρασκευή το απόγευμα, είχαν λάβει διαταγή, να επιστρατεύσουν επειγόντως κρίσιμες ειδικότητες εφέδρων γιατί επέκειτο τουρκική εισβολή. Πολύ αργά, όπως αποδείχτηκε. Περάσαμε το υπόλοιπο της ημέρας ετοιμάζοντας τα πράγματα μας για την Αθήνα. Κοιμηθήκαμε πιστεύοντας ότι σε λίγες ώρες θα αρχίζαμε το ταξίδι της επιστροφής.
Στις 5:30 το πρωί της 20ής Ιουλίου του 1974, η εισβολή άρχισε. Πυκνοί πυροβολισμοί, εκρήξεις και ο υπόκωφος ήχος των βομβών ακουγόντουσαν πολύ κοντά από διάφορα σημεία. Ξυπνήσαμε έντρομοι. Πήγαμε στο παράθυρα. Η “πράσινη γραμμή” δεν απείχε σε ευθεία από το διαμέρισμα μας ούτε χίλια μέτρα. Τον ουρανό της Λευκωσίας έσχιζαν τουρκικά μαχητικά και μεταγωγικά. Καπνοί και φλόγες φαινόντουσαν παντού. Όχι πολύ μακριά, στον τουρκοκυπριακό θύλακα βορείως της Λευκωσίας, έπεφταν αλεξιπτωτιστές. Είδαμε στον ορίζοντα τα αλεξίπτωτα να κατεβαίνουν αργά-αργά σαν μεγάλα άσπρα μανιτάρια. Κοιτάζαμε αποσβολωμένοι το θέαμα. “Φύγετε αμέσως από τα παράθυρα” φώναξε η μητέρα μας “και πέστε στο πάτωμα”. Η βοή της μάχης δυνάμωνε κι εμείς καθόμασταν στο πάτωμα τρομαγμένοι, ο ένας δίπλα στον άλλον. Το ραδιόφωνο –η μόνη μας επαφή με τον έξω κόσμο– έπαιζε ελληνικά τραγούδια μέχρι τις 08:00 όπου μεταδόθηκε το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν:
“Ανακοινούται ότι την πρωϊαν της σήμερον τουρκικά αεροσκάφη, άνευ προειδοποιήσεως, υπούλως και ανάνδρως… εβομβάρδισαν το στρατόπεδον της ΕΛΔΥΚ και έρριψαν … μικράν δύναμιν αλεξιπτωτιστών. Αι ελληνικαί κυπριακαί δυνάμεις αντιμετωπίζουν μετά γενναιότητος και πρωτοφανούς ενθουσιασμού την απρόκλητον επίθεσιν του τουρκικού σωβινισμού”.





