Πάνε 15 χρόνια…

Σήμερα, πάνε δεκαπέντε χρόνια που έφυγες. Πολύς καιρός! Πώς πέρασαν; Κι όσο τα χρόνια περνούν, κάθε φορά που σε φέρνω στο μυαλό μου, δεν μου έρχονται οι πιο πρόσφατες εικόνες σου, αλλά οι πιο παλιές.

Όπως εκείνο το καλοκαίρι του ΄68, που μικροί με τον Σωτήρη –πέντε αυτός, έξι και κάτι εγώ– θέλαμε να παίξουμε “πόλεμο” στα χωράφια του Πλαταμώνα. Μόλις είχες γυρίσει από τη δουλειά, κουρασμένος. Μάς κοίταξες σοβαρά και είπες: “Πάμε! Πάμε να πολεμήσουμε!”. Κόψαμε καλάμια για “όπλα” από τη ρεματιά και επί δυο-τρείς ώρες σερνόμασταν όλοι μαζί, μέσα στα χώματα, για να μην μας δει ο εχθρός!

Θυμάμαι τότε, το 1970, που μικρούλης στις Σέρρες, τσακώθηκα με τη μάνα μου κι έφυγα από το σπίτι, περπατώντας για να πάω, άγνωστον πού. Σε πήρε έντρομη η μάνα μου στο τηλέφωνο και βγήκες στο δρόμο της μεραρχίας, με είδες να έρχομαι από μακριά, με πρόφτασες και σοβαρά-σοβαρά με ρώτησες: “Πού πας, Γιώργο;“. “Φεύγω“ σου απάντησα. “Θες να περπατήσω δίπλα σου;“. Και πάντα περπατούσες δίπλα μου!

Πώς να ξεχάσω, τον Ιούλιο του ’74 στην Κύπρο, όταν μετά το τέλος του πρώτου γύρου της τουρκικής εισβολής, που πολεμούσες, ήλθες για λίγο στο λιμάνι της Λεμεσού να μάς αποχαιρετίσεις, καθώς θα επιστρέφαμε με το επιταγμένο πλοίο “Σαπφώ”, στην Ελλάδα. Με τράβηξες παραπέρα και μού είπες: “Αν δεν γυρίσω, γιέ μου, εσύ είσαι τώρα ο άνδρας της οικογένειας. Τον αδελφό σου, τη μάνα σου, και τα μάτια σου”.

FullSizeRender

Ο Σπύρος Φλέσσας στην Κύπρο το 1974 σε χώρο διασποράς,  μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου γύρου της τουρκικής εισβολής

Δέκα χρόνια μετά, το ΄85, ένα απόγευμα, περπατούσαμε στο Μαρούσι και παραπονιόμουνα για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζα στη δουλειά μου και γκρίνιαζα, γιατί δεν κατάφερνα αυτά που ήθελα, σταμάτησες ξαφνικά, ακούμπησες το χέρι σου σε έναν πέτρινο τοίχο, εκεί δίπλα, λέγοντας: “Οι άνθρωποι όταν θέλουν, αγόρι μου, όταν θέλουν κάτι πολύ, το πετυχαίνουν! Μπορούν, όταν έχουν τη θέληση, μέχρι κι αυτόν τον τοίχο να τον πάνε δέκα μέτρα παραπέρα”.

Μάς μεγάλωσες σε μια εποχή που οι άνθρωποι πίστευαν στην εντιμότητα, στην ευθύτητα, στην τιμή, στο καθήκον, στην πατρίδα. Κι αυτά μάς δίδαξες. Κράτησες το χέρι μας, όταν ήμασταν μικροί, στάθηκες δίπλα μας όταν ολιγωρήσαμε, ήσουν ο ήρωας των παιδικών μας χρόνων, αλλά και των επόμενων…

Από το ‘67 μέχρι το ‘76 πήγαμε μαζί σε τόσα μέρη, σε τόσες πόλεις. Πήγαμε σε σχολεία, κάναμε φίλους, μεγαλώσαμε. Κι εσύ δίπλα μας.

IMG_2981

Κοζάνη, 1963. Μπαμπάς, μαμά κι εγώ!

Με το μισθό του δημοσίου υπαλλήλου, σε θυμάμαι με τη μάνα στο τραπέζι της κουζίνας, να κάνετε υπολογισμούς. Ευπρεπής πενία έλεγες, αλλά ποτέ, ποτέ δεν στερηθήκαμε τίποτα.

Κανένας μας δεν ήξερε στ’ αλήθεια πόσο ευαίσθητος ήσουν. Μάς ξεγελούσε όλους, ότι ήσουν στρατιωτικός. Σκληρός λέγαμε, πειθαρχημένος, αποφασιστικός. Πόσο ωραίος, όμως, πόσο γλυκός, πόσο ευγενικός και καλός στους τρόπους πατέρας ήσουν!

Το γελαστό παιδί! Έτσι σε αποκαλούσαν οι φίλοι σου, οι συνάδελφοι σου, οι συμπολεμιστές σου, γιατί αντιμετώπιζες τα πάντα με χαμόγελο. Κατοχή, πείνα, ορφάνια, εμφύλιος πόλεμος, δυσκολίες, δεν σε πτόησαν. Ό,τι και να συνέβαινε ποτέ δεν έχανες το χαμόγελο σου. Κι αυτό μάς έμαθες: να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες, με χαμόγελο!

Ποτέ άλλοτε, όμως, δεν ήσουν πιο γελαστός και πιο χαρούμενος, από τις στιγμές που βρισκόσουν με την πρώτη σου εγγονή, τη Μαρία Ελπίδα. Τέτοια αδυναμία, τέτοια χαρά, τόσο παιχνίδι, δεν ξανάγινε. Πώς να ξεχάσω εκείνη την ημέρα που ανέβηκες με το κοστούμι –επειδή φοβόταν το ύψος η μικρούλα– στην ελικοειδή τσουλήθρα της παιδικής χαράς και την κατεβήκατε τσουλώντας μαζί, ξεκαρδισμένοι στα γέλια. “Ξανά παππού” σού είπε και το έκανες, ξανά και ξανά! Σήμερα, κοπέλα πια, κάθε φορά που αναφέρουμε το όνομά σου, μια χαρούμενη λάμψη περνάει από τα μάτια της!

Την κρίση που ενέσκηψε και το κατάντημα της χώρας μας, ευτυχώς δεν πρόλαβες να τη δεις. Γιατί σαν φλογερός πατριώτης που ήσουν, ούτε μπορώ να υπολογίσω τη στεναχώρια σου.

Διώχνω από το μυαλό μου –όσο μπορώ– τις εικόνες σου από τα νοσοκομεία, τις θεραπείες, τις μεταγγίσεις, το μαρτυρικό ταξίδι των 14 μηνών, που άρχισε με το άκουσμα της αδυσώπητης λέξης: Λευχαιμία!

Ο θάνατος τα αλλάζει όλα. Ο χρόνος, όμως, τι αλλάζει; Ξεθωριάζουν οι αναμνήσεις; Όχι!
Κι αν μου λείπει ο ήχος της φωνής σου, η μυρωδιά σου, η σοφία της συμβουλής σου, η εμπειρία σου, οι ιστορίες της ζωής σου, η παρουσία σου. O χρόνος δεν άλλαξε για μένα τίποτα!

Λένε ότι όσοι δεν έχουν μνήμη, δεν ζουν πουθενά. Και μού έρχονται στο νου οι στίχοι του Alfred Tennyson από το In memoriam:

Έτσι τρέχει το όνειρό μου, αλλά τι είμαι;
Ένα παιδάκι που κλαίει μέσα στη νύχτα
Ένα παιδάκι που κλαίει για το φως
χωρίς μιλιά, αλλά με μια κραυγή.

Ήμουν τυχερός γιατί σε χάρηκα, παρά που έφυγες τόσο νωρίς. Με τις συζητήσεις μας, τους καυγάδες μας, τις μουσικές μας, τις αναλύσεις μας, τα γλέντια μας, τις βόλτες μας, τις εκδρομές μας.

Όσο μεγάλωνω, τόσο περισσότερο, θέλω την παρέα σου, τη συμβουλή σου, την κουβέντα σου.

Μού λείπεις, πατέρα!

Advertisements

Leave a comment

Filed under Ιστορίες

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s