ΠΑΣΟΚ: βήμα σταθεροποίησης, αλλά όχι άλμα

Το πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ τελείωσε. Στη διάρκειά του, έγινε μια προσπάθεια συμβολικής επανεκκίνησης και επανατοποθέτησης του κινήματος στο πολιτικό σκηνικό, με βασικό στόχο την ενίσχυση της ταυτότητάς του, ως ηγεμονικής δύναμης στο χώρο της κεντροαριστεράς-αριστεράς. Πέτυχε; Και ναι και όχι.

Οι έντονες δημόσιες συγκρούσεις και οι διαφοροποιήσεις αποφεύχθηκαν και αναδείχτηκε μια εικόνα σχετικής εσωτερικής συνοχής, στοιχείο κρίσιμο για ένα κόμμα που στο παρελθόν έχει πληγεί από την εσωστρέφεια.

Η απόφαση να αποκλειστεί, εκ των προτέρων, κάθε συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, πέρα από ελιγμό αποφυγής της πίεσης Δούκα, αποδεικνύει ότι το ΠΑΣΟΚ στοχεύει κυρίως στο αριστερό ακροατήριο, επιδιώκοντας να είναι το πρώτο κόμμα της κεντροαριστεράς-αριστεράς.  Ενδεχομένως, γι’ αυτό το τμήμα των ψηφοφόρων, η στάση αυτή να λειτουργεί ως καθαρό σήμα ταυτότητας. Συγχρόνως, όμως, έρχεται σε αντίφαση με οποιαδήποτε ρεαλιστική κυβερνητική προοπτική, καθώς αν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις, τα αντιπολιτευόμενα τη Νέα Δημοκρατία κόμματα δεν θα μπορούν να σχηματίσουν με κανένα τρόπο κυβέρνηση.

Παρά τις γενικές αναφορές στο κοινωνικό κράτος, στη δίκαιη ανάπτυξη, στην άρση των ανισοτήτων και στη θεσμική ανασυγκρότηση, οι πολιτικές προτάσεις που ακούστηκαν δεν είχαν ούτε το βάθος, ούτε την εξειδίκευση για να προκαλέσουν οποιαδήποτε αίσθηση. Σε κρίσιμα πεδία, όπως η ακρίβεια, η στέγαση, το παραγωγικό μοντέλο ή η άμυνα οι γενικολογίες υποκατέστησαν πλήρως τις μετρήσιμες δεσμεύσεις, με αποτέλεσμα το προγραμματικό στίγμα να παραμείνει αδύναμο.

Η εμμονή στην ιδέα ότι το ΠΑΣΟΚ θα κερδίσει τις εκλογές και θα είναι πρώτο κόμμα μπορεί να λειτουργεί ως στοιχείο εσωτερικής συσπείρωσης, όμως δεν στηρίζεται σε κανένα πολιτικό δεδομένο. Αν και είναι θεμιτό για κάθε κόμμα να τρέφει υψηλές φιλοδοξίες, η υπερβολική έμφαση σε αυτό το αφήγημα κινδυνεύει να ερμηνευτεί ότι αγγίζει τα όρια της πολιτικής αυταπάτης.

Το βασικό μήνυμα ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ διεκδικεί ρόλο υπεύθυνης, θεσμικής δύναμης, που μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα με κοινωνική ευαισθησία. Επιχείρησε να παρουσιαστεί ως η σοβαρή εναλλακτική, που μπορεί να φέρει την αλλαγή και να νικήσει τη Νέα Δημοκρατία. Μήνυμα χωρίς καμία πρωτοτυπία και χωρίς λόγο να ξεχωρίσει.

Με το Συνέδριο του το ΠΑΣΟΚ θυμήθηκε το ένδοξο παρελθόν του, περιέγραψε τι θα ήθελε να γίνει (να νικήσει), αλλά όχι τι θα κάνει για να το πετύχει. Εν κατακλείδι, δεν κατάφερε να δημιουργήσει ισχυρό πολιτικό momentum ή να επιβάλει την ατζέντα του στη δημόσια συζήτηση. Το αφήγημα παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό αμυντικό, χωρίς επαρκή διαφοροποίηση, ούτε ως προς τη Νέα Δημοκρατία, ούτε ως προς τα κόμματα της αριστεράς. Επίσης, δεν αποσαφηνίστηκε πώς μπορεί να πετύχει την ουσιαστική εκλογική διεύρυνση. Συνολικά, επρόκειτο για ένα συνέδριο σταθεροποίησης, όχι όμως για το άλμα που θα το επαναφέρει ως πειστική δύναμη εξουσίας. Και κυρίως, δεν απαντήθηκε το βασικό ερώτημα: γιατί τώρα ΠΑΣΟΚ;

Παραπληροφόρηση, fake news και γεωπολιτική: ποιος ελέγχει την πραγματικότητα;

Στους πολέμους, ανέκαθεν, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, διεξάγεται ένας δεύτερος πόλεμος, εξίσου κρίσιμος: ο πόλεμος της πληροφόρησης. Σε αυτόν τον πόλεμο, συγκρούονται αφηγήσεις, εικόνες, βίντεο και ερμηνείες της πραγματικότητας. Η διαμόρφωση της κοινής γνώμης, τόσο στο εσωτερικό των εμπολέμων, όσο και διεθνώς, μπορεί να επηρεάσει την έκβαση μιας σύγκρουσης.

Κράτη και κρατικοί μηχανισμοί, μυστικές υπηρεσίες, πολιτικές οργανώσεις, ομάδες συμφερόντων, κάθε είδους δίκτυα, ακόμη και επιχειρηματικά συμφέροντα επιδιώκουν να διαμορφώσουν την αντίληψη της πραγματικότητας, παράλληλα με ό,τι συμβαίνει στο πεδίο της μάχης.

Συνέβη και συμβαίνει στον πόλεμο της Ουκρανίας, στη σύγκρουση Ισραήλ-Χαμάς και πολύ πρόσφατα στον πόλεμο Ιράν – Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ.

Fake image of burning Burj Khalifa

Η στρατιωτική σύγκρουση, που ξεκίνησε την 28η Φεβρουαρίου 2026, έχει συνοδευθεί από μια άνευ προηγουμένου πλημμύρα ψηφιακής παραπληροφόρησης, η οποία ξεκινά από τους κρατικούς διαύλους κάθε πλευράς, τις επίσημες και ανεπίσημες πηγές ενημέρωσης και διαχέεται μέσω των κοινωνικών δικτύων. 

Continue reading “Παραπληροφόρηση, fake news και γεωπολιτική: ποιος ελέγχει την πραγματικότητα;”

Δημοσκοπήσεις: εκτίμηση vs. πρόθεση ψήφου. Μια σκόπιμη απόπειρα παραπλάνησης.

Στην Ελλάδα δημοσιεύονται πολύ συχνότερα πολιτικές δημοσκοπήσεις από ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και είναι βασικό εργαλείο της δημόσιας πολιτικής συζήτησης. Ο λόγος είναι ότι δημιουργούν πολιτική ατζέντα και εύκολο περιεχόμενο για τα μέσα ενημέρωσης και αποτελούν αφορμή συζήτησης και σχολιασμού για τα κόμματα, τους πολιτικούς και τους δημοσιολογούντες. Γι’ αυτό και οι περισσότερες δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας διενεργούνται για λογαριασμό μέσων ενημέρωσης, κυρίως τηλεοπτικών καναλιών.

Τη συζήτηση την οδηγούν οι πίνακες με τη λεγόμενη πρόθεση ψήφου, που απεικονίζουν τα ποσοστά των κομμάτων, σε μια φωτογραφία της στιγμής. Και ακόμη περισσότερη συζήτηση προκαλούν οι πίνακες με την λεγομένη εκτίμηση ψήφου, που υπολογίζουν το πιθανό εκλογικό αποτέλεσμα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Τους τελευταίους μήνες, πολιτικοί της αντιπολίτευσης, αλλά και ορισμένοι δημοσιογράφοι και σχολιαστές, παρατηρώντας την αξιοσημείωτη σταθερότητα των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος και τη μεγάλη απόσταση από το δεύτερο κόμμα, είτε αμφισβητούν ευθέως την εγκυρότητα των δημοσκοπήσεων, είτε –προκειμένου να αμβλύνουν την εντύπωση που προκαλούν τα πέριξ του 29-30% ποσοστά της εκτίμησης ψήφου της Νέας Δημοκρατίας– επικαλούνται τα σαφώς χαμηλότερα ποσοστά 23-25% της πρόθεσης ψήφου.

Continue reading “Δημοσκοπήσεις: εκτίμηση vs. πρόθεση ψήφου. Μια σκόπιμη απόπειρα παραπλάνησης.”

Γιατί η στρατηγική της έντασης δεν γίνεται ρεύμα;

Από το 2019 μέχρι σήμερα, ο δημόσιος λόγος της αντιπολίτευσης, μείζονος και ελάσσονος, παρουσιάζει αξιοσημείωτη ομοιομορφία. Υψηλή ένταση, οξύτητα, διαρκής κριτική οποιασδήποτε κυβερνητικής απόφασης, προσωπικές επιθέσεις στο πρόσωπο του πρωθυπουργού, υπουργών και στελεχών, αναφορές σε δεξιά στροφή, καταγγελίες για υπονόμευση των θεσμών, υποχώρηση του κράτους δικαίου, δημοκρατική εκτροπή, πάσης φύσεως ξεπουλήματα και πολλά άλλα συναφή. Παράλληλα, κάθε κρίση, ατύχημα, διοικητική αστοχία ή κοινωνικό πρόβλημα αποδίδεται προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη και εντάσσεται σε ένα συνολικό αφήγημα αποτυχίας. Είναι μια στρατηγική που επένδυσε συστηματικά στη δημιουργία αρνητικού συναισθήματος, στο μηδενισμό οποιασδήποτε κυβερνητικής πράξης ή πρωτοβουλίας, σε έναν ολοκληρωτικό αντιπολιτευτικό πόλεμο. Απέδωσε πολιτικά αυτή η στρατηγική; Φαίνεται πως όχι.

Τα εκλογικά αποτελέσματα των διπλών εκλογών του 2023, όχι μόνο δεν κατέγραψαν φθορά της κυβέρνησης, αλλά η διαφορά υπέρ της Νέας Δημοκρατίας διευρύνθηκε στη δεύτερη κάλπη, με αποτέλεσμα μια αξιοσημείωτη αυτοδυναμία.

Continue reading “Γιατί η στρατηγική της έντασης δεν γίνεται ρεύμα;”

Από την ενημέρωση στον θόρυβο: η πολιτική όπως τη ζούμε στην οθόνη των έξι ιντσών

Σε μια δημόσια συζήτηση, πριν λίγο καιρό, ανέφερα ότι θεωρώ ως ένα από τα σημαντικότερα σημεία καμπής της πολιτικής, της ενημέρωσης και της εν γένει επικοινωνίας, την είσοδο των smartphones στη ζωή μας.

Με τα «έξυπνα κινητά», μικροί και μεγάλοι ανταλλάσσουν ακατάπαυστα πάσης φύσεως μηνύματα, διαβάζουν, χαζεύουν, βλέπουν βίντεο και αλληλοεπιδρούν στα κοινωνικά δίκτυα. Σύμφωνα δε με το Digital News Report 2025 του Reuters Institute, το 81% των χρηστών στην Ελλάδα ενημερώνονται μέσω των smartphones.

Τα smartphones έχουν αλλάξει και την πολιτική: της έχουν προσδώσει συνεχή παρουσία στη ζωή μας, είτε το θέλουμε, είτε όχι. Η πολιτική δεν “εμφανίζεται” πια μόνο στα δελτία ειδήσεων, στις ενημερωτικές εκπομπές, στα πρωτοσέλιδα του τύπου ή στους τίτλους των sites· ταξιδεύει μαζί μας στις τσέπες μας, εμφανίζεται στην οθόνη μας από το πρωί ως το βράδυ. Κάθε ειδοποίηση, κάθε alert, κάθε ανάρτηση είναι ένα εν δυνάμει πολιτικό μήνυμα και κάθε πολίτης είναι ταυτόχρονα κοινό-στόχος, υποστηρικτής, επικριτής ή πολλαπλασιαστής.

Continue reading “Από την ενημέρωση στον θόρυβο: η πολιτική όπως τη ζούμε στην οθόνη των έξι ιντσών”