20 Ιουλίου 1974: Η μέρα που ήρθε ο πόλεμος

Ξημέρωσε η Παρασκευή 19η Ιουλίου 1974. Είχαν περάσει πέντε ημέρες από το πραξικόπημα. Όλα έμοιαζαν ήρεμα, με μια ηρεμία όμως αλλόκοσμη, σαν αυτές που προμηνύουν καταιγίδα. Η μητέρα μας προσπαθούσε να βγάλει εισιτήρια για να γυρίσουμε στην Ελλάδα. Θα φεύγαμε έλεγε ή το Σάββατο ή την Κυριακή. Χρόνια αργότερα ο πατέρας μάς αποκάλυψε ότι ήδη από την Παρασκευή το απόγευμα, είχαν λάβει διαταγή, να επιστρατεύσουν επειγόντως κρίσιμες ειδικότητες εφέδρων γιατί επέκειτο τουρκική εισβολή. Πολύ αργά, όπως αποδείχτηκε. Περάσαμε το υπόλοιπο της ημέρας ετοιμάζοντας τα πράγματα μας για την Αθήνα. Κοιμηθήκαμε πιστεύοντας ότι σε λίγες ώρες θα αρχίζαμε το ταξίδι της επιστροφής.

Στις 5:30 το πρωί της 20ής Ιουλίου του 1974, η εισβολή άρχισε. Πυκνοί πυροβολισμοί, εκρήξεις και ο υπόκωφος ήχος των βομβών ακουγόντουσαν πολύ κοντά από διάφορα σημεία. Ξυπνήσαμε έντρομοι. Πήγαμε στο παράθυρα. Η “πράσινη γραμμή” δεν απείχε σε ευθεία από το διαμέρισμα μας ούτε χίλια μέτρα. Τον ουρανό της Λευκωσίας έσχιζαν τουρκικά μαχητικά και μεταγωγικά. Καπνοί και φλόγες φαινόντουσαν παντού. Όχι πολύ μακριά, στον τουρκοκυπριακό θύλακα βορείως της Λευκωσίας, έπεφταν αλεξιπτωτιστές. Είδαμε στον ορίζοντα τα αλεξίπτωτα να κατεβαίνουν αργά-αργά σαν μεγάλα άσπρα μανιτάρια. Κοιτάζαμε αποσβολωμένοι το θέαμα. “Φύγετε αμέσως από τα παράθυρα” φώναξε η μητέρα μας “και πέστε στο πάτωμα”.  Η βοή της μάχης δυνάμωνε κι εμείς καθόμασταν στο πάτωμα τρομαγμένοι, ο ένας δίπλα στον άλλον. Το ραδιόφωνο –η μόνη μας επαφή με τον έξω κόσμο–  έπαιζε ελληνικά τραγούδια μέχρι τις 08:00 όπου μεταδόθηκε το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν:
“Ανακοινούται ότι την πρωϊαν της σήμερον τουρκικά αεροσκάφη, άνευ προειδοποιήσεως, υπούλως και ανάνδρως… εβομβάρδισαν το στρατόπεδον της ΕΛΔΥΚ και έρριψαν … μικράν δύναμιν αλεξιπτωτιστών. Αι ελληνικαί κυπριακαί δυνάμεις αντιμετωπίζουν μετά γενναιότητος και πρωτοφανούς ενθουσιασμού την απρόκλητον επίθεσιν του τουρκικού σωβινισμού”.

Η Λευκωσία βομβαρδίζεται (περιοχή Hilton)
…σαν μεγάλα άσπρα μανιτάρια


Έχοντας μεγαλώσει με ιστορίες ηρωισμού από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, τη Μέση Ανατολή, τον Ιερό Λόχο και την αντίσταση, το ηθικό μας αναπτερώθηκε και αφελώς πιστεύαμε ότι θα τους νικήσουμε τους τουρκαλάδες. Όμως, η πάντα πρακτική και προσγειωμένη μητέρα μας μάς έκοψε τη φόρα λέγοντας: “Δεν είμαστε ασφαλείς εδώ. Ετοιμάστε λίγα πράγματα και πάμε στο υπόγειο”.  Κατεβήκαμε στο υπόγειο, αλλά δυστυχώς ήταν πολύ μικρό και βρώμικο. Έτσι, αποφάσισε να καταφύγουμε στη διπλανή πολυκατοικία και για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε ημέρες βγήκαμε τρέχοντας για να καταλήξουμε στο εκεί υπόγειο μαζί με άλλους ενοίκους, μεταξύ των οποίων και μια πολύ φιλική μας οικογένεια, συναδέλφου και συμπατριώτη του πατέρα μας.

Μείναμε εκεί όλη την ημέρα και τις επόμενες, στριμωγμένοι και βρώμικοι, ακούγοντας αχνά τους εντεινόμενους ήχους του πολέμου και με μόνη ενημέρωση τα αλλεπάλληλα πολεμικά ανακοινωθέντα και τις τερατώδεις φήμες. Ανησυχούσαμε πολύ αν ζούσαν ή όχι οι πατεράδες μας που πολεμούσαν και βλέπαμε την ίδια ανησυχία να κατατρώει τις μανάδες μας.

Στους πρώτους ορόφους του κτηρίου λειτουργούσε μια ιδιωτική κλινική, Αναστασιάδη λεγόταν αν θυμάμαι, στην οποία άρχισαν να φέρνουν κάποιους τραυματίες. Μέχρι τότε ακούγαμε τον πόλεμο. Εκείνη τη στιγμή τον είδαμε. Οι πιο ελαφρά τραυματισμένοι, στρατιώτες και πολίτες, καθόντουσαν στις σκάλες καπνισμένοι, ματωμένοι, με πρόχειρους επιδέσμους και μια απέραντη κούραση ζωγραφισμένη στα μάτια τους. Εκεί καταλάβαμε για πρώτη φορά τι σημαίνει πόλεμος. Δεν ήταν πια εκρήξεις και αεροπλάνα. Είχε αποκτήσει πρόσωπα.

Το απόγευμα της 22ας Ιουλίου ανακοινώθηκε ανακωχή. Την επόμενη ημέρα, τα όπλα σίγησαν και επιστρέψαμε στο σπίτι. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένας στρατιώτης αγγελιοφόρος, που έστειλε ο πατέρας, ο οποίος –αφού μας πληροφόρησε ότι είναι καλά– μάς είπε ότι έχει εντολή να μας πάρει από εκεί και να μας μεταφέρει στο Δάλι, καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα, νοτίως της Λευκωσίας, στο σπίτι του υποδιοικητή του, όπου θα είμαστε πιο ασφαλείς. Μαζέψαμε βιαστικά λίγα πράγματα και με ένα πολιτικό αυτοκίνητο, φτάσαμε νύχτα στο Δάλι. Η φιλόξενη οικογένεια του Ανδρέα Τασουρή μάς υποδέχτηκε σαν να ήμασταν δικοί της άνθρωποι. Φάγαμε όλοι μαζί και κοιμηθήκαμε –υποτίθεται– ήσυχοι. Παρά που έκανα ότι κοιμόμουν, άκουγα τη μητέρα μου και την κυρία Τασουρή να κουβεντιάζουν χαμηλόφωνα στην κουζίνα μέχρι αργά.

Οικογένεια στο δρόμο

Το πρωί βγήκαμε στους δρόμους μαζί με άλλα παιδιά.  Πιο μακριά βλέπαμε κάποια  βομβαρδισμένα σπίτια να καπνίζουν και τους ανθρώπους να περιφέρονται γύρω τους, προσπαθώντας να καταλάβουν το κακό που τους είχε βρει. Ανάμεσα σε όσα είδαμε, ξεχώριζε μια τουρκική βόμβα που δεν είχε εκραγεί. Βρισκόταν στον κρατήρα που είχε ανοίξει η πτώση της, περικυκλωμένη από μια κόκκινη κορδέλα. Τη φύλαγαν δύο οπλισμένοι επίστρατοι. Όταν πλησιάσαμε περισσότερο –αρκετά κοντά θα έλεγα– μάς έδιωξαν, φωνάζοντας ότι μπορούσε να εκραγεί και να γίνουμε όλοι σκόνη. Φύγαμε τρεχοβολώντας και επιστρέψαμε σπίτι. Όταν διηγηθήκαμε τι είχε συμβεί, η μητέρα θορυβημένη μάς απαγόρευσε να ξαναβγούμε. Μείναμε άλλη μια ημέρα στο Δάλι, μην έχοντας τι να κάνουμε.

Την επόμενη, ένας έμπιστος φίλος της οικογένειας Τασουρή μάς μετέφερε οδικώς σε ένα άλλο χωριό, το Γέρι, πιο κοντά στη Λευκωσία, στη νότια πλευρά του Δάσους της Αθαλάσσας.  Δεν ξέραμε το λόγο. Αργότερα τον καταλάβαμε.

Εκεί φιλοξενηθήκαμε στο σπίτι ενός επιστράτου. Ήταν ένα απλό αγροτικό σπίτι, αλλά οι άνθρωποι του ήταν πολύ ζεστοί και φιλόξενοι. Η οικοδέσποινα μοιραζόταν την ίδια αγωνία για τον άντρα της με τη μάνα μου. Αργότερα της εκμυστηρεύτηκε ότι, πέραν των ημερών του πολέμου, είχε καιρό να τον δει, γιατί κρυβόταν καθώς ήταν καταζητούμενος από το εφεδρικό του Μακαρίου, ως αντιμακαριακός. Κοιμηθήκαμε. Η επόμενη μέρα κύλησε αργά. Προσπαθήσαμε να σκοτώσουμε την ώρα, χωρίς να μπορούμε να σκεφτούμε τίποτε άλλο.

Αργά το βράδυ ακούστηκε ο ήχος ενός αυτοκινήτου να σταματά. Πριν ακόμη ανοίξει η πόρτα, είχαμε καταλάβει ότι ήταν εκείνος. Είχε φτάσει με ένα στρατιωτικό Land Rover, μαζί με τον επίστρατο. Η μητέρα μου τρελάθηκε από τη χαρά της κι εμείς χοροπηδούσαμε δακρυσμένοι. Η συγκίνηση ήταν διάχυτη στο σπίτι. Ο πατέρας φορούσε φόρμα εκστρατείας. Ήταν οπλισμένος με ένα αυτόματο κι ένα πιστόλι. Είχε αδυνατίσει κάπως μέσα σε λίγες ημέρες, αλλά χαμογελούσε όπως πάντα.

“Τα πράγματα είναι δύσκολα” μας είπε. “Η μονάδα μου είναι καλά, δεν είχε πολλές απώλειες. Σύντομα θα φύγετε για την Ελλάδα. Μετά βλέπουμε”.

Φάγαμε βιαστικά όλοι μαζί. Ύστερα μπήκε στο Land Rover. Το κοιτούσαμε ώσπου χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Μετά από δύο ημέρες επιστρέψαμε στο σπίτι μας στη Λευκωσία. Η πόλη έμοιαζε νεκρή. Ελάχιστος κόσμος κυκλοφορούσε δειλά στους δρόμους. Τα περισσότερα μαγαζιά ήταν κλειστά. Από μακριά φαινόντουσαν κατά μήκος της πράσινης γραμμής πολλά ερειπωμένα σπίτια που σιγοκάπνιζαν ακόμα, ενώ τουρκικές σημαίες ανέμιζαν σε διάφορα σημεία. Στον ορίζοντα δέσποζε ο Πενταδάκτυλος, τον οποίο κοιτάζαμε με δέος καθώς είχαμε ακούσει ότι εκεί έγιναν μεγάλες μάχες με πολλές απώλειες. Οπλισμένες ομάδες στρατιωτών περιπολούσαν στους δρόμους ή φρουρούσαν κυβερνητικά κτήρια. Η ζέστη ήταν αφόρητη. Τον πατέρα  δεν τον ξανάδαμε. Ήταν διαρκώς στη μονάδα του. Μιλούσαμε πότε-πότε στο τηλέφωνο.

Μάς ενημέρωσαν ότι θα μεταφερθούμε στη Λεμεσό, όπου και θα μέναμε μέχρι να μάς γυρίσουν στην Ελλάδα με πλοίο. Και πράγματι είχαν επιστρατευθεί  δυο-τρία ξενοδοχεία στα οποία φιλοξενηθήκαμε. Εκεί είχαμε συγκεντρωθεί εκατοντάδες γυναίκες και παιδιά, μικρά ως επί το πλείστον. Άλλοι ήταν γνωστοί μας, οι περισσότεροι άγνωστοι. Όλοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι τους είχε συμβεί και τι τους επιφύλασσε το μέλλον.

Ανάμεσα στις γυναίκες υπήρχαν και κάμποσες νέες, ντυμένες στα μαύρα, με διαρκώς κλαμένα μάτια. Δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου. Οι υπόλοιπες κυρίες προσπαθούσαν να τις συντροφεύουν και να τις στηρίξουν όσο μπορούσαν. Ο βουβός τους πόνος και η απόγνωση τις κρατούσαν μακριά. Ήταν μαζί μας, αλλά τόσο μόνες. Δεν αργήσαμε να καταλάβουμε κι εμείς, τα λίγο μεγαλύτερα παιδιά γιατί ξεχώριζαν. Ήταν οι χήρες των αξιωματικών, που είχαν σκοτωθεί στη διάρκεια του πραξικοπήματος και της εισβολής.

Σε γραμματείες που είχαν οργανωθεί από την ελληνική πρεσβεία και τον στρατό γινόταν η καταγραφή των οικογενειών, ποιοι ήταν, πόσα μέλη είχε η κάθε οικογένεια και άλλα στοιχεία.

Ανάμεσα στους υπεύθυνους κυκλοφορούσαν και κάποιοι αξιωματικοί. Μου έκανε εντύπωση πόσο απότομα μιλούσαν σε γυναίκες που περίμεναν με τις ώρες για να δηλώσουν τα στοιχεία τους. Χρόνια αργότερα έμαθα ότι αρκετοί από αυτούς είχαν πρωταγωνιστήσει στο πραξικόπημα.

Έφτασε το απόγευμα της αναχώρησης. Το οχηματαγωγό “Σαπφώ” –επιταγμένο από την ελληνική κυβέρνηση– είχε έλθει από την Ελλάδα για να μας γυρίσει πίσω. Λίγη ώρα πριν, στην προκυμαία, ήρθε ο πατέρας με το γνωστό Land Rover, να μας αποχαιρετήσει. Μίλησε με τη μάνα μας, τον αδελφό μου και κάποια στιγμή με τράβηξε παραπέρα και μού είπε: “Αν δεν γυρίσω, γιέ μου, εσύ θα ΄σαι ο άνδρας της οικογένειας. Τον αδελφό σου, τη μάνα σου και τα μάτια σου”. Τον αγκάλιασα χωρίς να πω τίποτα. Λίγα λεπτά αργότερα, τον είδαμε να ανεβαίνει στο Land Rover και να χάνεται ανάμεσα στο στην κίνηση της προκυμαίας. Δεν ξέραμε αν και πότε θα τον ξαναβλέπαμε.

Το ταξίδι κράτησε σχεδόν δυο μέρες. Φτάσαμε μετά τα μεσάνυχτα στον Πειραιά. Η προβλήτα όπου θα αποβιβαζόμασταν ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι. “Συσκότιση”, μας είπαν, “για λόγους ασφαλείας”. Όλοι αδημονούσαμε να κατέβουμε. Όμως μας είπαν από τα μεγάφωνα να περιμένουμε. Και περιμέναμε στο κατάστρωμα κοιτάζοντας την κατασκότεινη προβλήτα. Δυο προβολείς μόνο έσχιζαν το σκοτάδι και φώτιζαν τη μπουκαπόρτα του καραβιού. Ώσπου σε μια πένθιμη γραμμή άρχισαν να βγαίνουν πρώτα από το καράβι τα φέρετρα. Ήταν οι πρώτοι νεκροί του πολέμου που επέστρεφαν στην Ελλάδα. Και μετά οι τραυματίες, άλλοι σε φορεία, άλλοι σε καροτσάκια, άλλοι υποβασταζόμενοι. Η χαρά της επιστροφής έγινε οδύνη. Όλοι –γυναίκες, παιδιά, μέλη του πληρώματος– έκλαιγαν. Όχι μόνο γι’ αυτούς που έφυγαν, αλλά και γι’ αυτούς που άφησαν πίσω.

Ο πόλεμος στην Κύπρο δεν είχε τελειώσει.

Το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια

Το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974, τίποτε δεν προμήνυε τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Ξυπνήσαμε, ο αδελφός μου κι εγώ, και κατευθυνθήκαμε νωχελικά στην κουζίνα για το πρωινό, που ετοίμαζε η μητέρα μας. Ήταν Δευτέρα και σκεφτόμασταν τις διακοπές μας, που θα άρχιζαν σε λίγες ημέρες, με την καλοκαιρινή άδεια του πατέρα μας.
Το διαμέρισμα όπου μέναμε στον 5ο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού Αρνάλδας 7, στη Λευκωσία, είχε πανοραμική θέα. Μπροστά μας ήταν η Πλατεία Ελευθερίας και πιο πέρα φαίνονταν τα κτήρια πίσω από την “πράσινη γραμμή”, ενώ μακριά δέσποζε ο Πενταδάκτυλος.
Ξαφνικά ριπές αυτομάτων όπλων και εκρήξεις άρχισαν να ακούγονται από την πλευρά της Αρχιεπισκοπής, λιγότερο από ένα χιλιόμετρο μακριά από το διαμέρισμα μας. Το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου είχε ξεκινήσει. Τις επιπτώσεις θα τις βίωνε η Κύπρος και ο ελληνισμός, και μαζί η οικογένεια μας.

Η Αρχιεπισκοπή, απέναντι από το Παγκύπριο Γυμνάσιο, το γυμνάσιο μου τότε.

Η μητέρα μας μάς είπε να απομακρυνθούμε από τα παράθυρα και έσπευσε στο τηλέφωνο. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον πατέρα μας. Αδύνατο! Το τηλέφωνο ήταν νεκρό. Ο πατέρας μας, Ταγματάρχης τότε του Ελληνικού Στρατού, υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά και βρισκόταν στη μονάδα του στην Αθαλάσσα. Είχε τη συνήθεια –που τη διατήρησε όλα τα χρόνια– να πηγαίνει στη μονάδα του μια ώρα νωρίτερα. Έτσι, είχε φύγει αχάραγα.
Η ώρα περνούσε. Καθόμασταν στο πάτωμα και περιμέναμε. Αγωνία μαζί με βαριεστημάρα. Στην πολυκατοικία ανοιγόκλειναν πόρτες με πάταγο, ακουγόντουσαν φωνές και ποδοβολητά, ενώ πυροβολισμοί και εκρήξεις ηχούσαν κι από άλλα σημεία. Δεν είχαμε ιδέα του τι συνέβαινε. Το ραδιόφωνο έπαιζε εμβατήρια.
Ξάφνου μεταδόθηκε το ακόλουθο διάγγελμα: «Έλληνες, επενέβη σήμερον η Εθνική Φρουρά διά να σταματήσει τον αδελφοκτόνον πόλεμον μεταξύ των Ελλήνων. Πάσα αντίστασις εις την νήσον έχει εκλείψει. Ο Μακάριος είναι νεκρός».

Ξεκάθαρο! Πραξικόπημα έγινε. Η κλιμακούμενη, εδώ και μήνες ένταση, εκτονώθηκε με τον καταστροφικότερο τρόπο. Η ανησυχία μας για τον πατέρα εκτοξεύθηκε στα ύψη. Πού βρισκόταν; Ήταν καλά; Ποια σχέση είχε με όλο αυτό;
Η μητέρα μας, παρά την αγωνία της για τον πατέρα, ανησυχούσε και για τη δική μας ασφάλεια. Γνώριζε ότι έλληνες αξιωματικοί και οι οικογένειες τους είχαν δεχτεί απειλές από φανατικούς μακαριακούς. Ο φόβος της ήταν ότι σε στιγμές βίας και σφοδρής αντιπαλότητας θα μπορούσε να μπουκάρει κάποιος φανατικός και να γίνει το κακό. Στην πολυκατοικία όπου μέναμε δεν υπήρχε άλλη οικογένεια ελλαδιτών. Είμασταν μόνοι μας, χωρίς επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Έτσι, η μητέρα μας αποφάσισε να φύγουμε από το σπίτι και να πάμε σε μια παραδιπλανή πολυκατοικία, στην οδό Στασάνδρου, όπου έμεναν αρκετές οικογένειες ελλαδιτών. Σήμερα εκεί βρίσκεται ένα πανύψηλο κτήριο γραφείων.
Η “επιχείρηση” θα γινόταν μετά το μεσημέρι, όπου έλπιζε ότι θα είχαν κάπως ησυχάσει τα πράγματα και λόγω ζέστης δεν θα κυκλοφορούσε κανένας. Κι έτσι περίπου έγινε. Έχοντας πάρει μαζί μας κάποια ελάχιστα πράγματα, βγήκαμε από την είσοδο, τρέξαμε στο πάρκινγκ στην πίσω πλευρά του κτηρίου, πηδήξαμε ένα τοιχάκι και μετά βρεθήκαμε στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας που στοχεύαμε.

Η πολυκατοικία. Διακρίνεται όπως ήταν το γκαράζ, ο διάδρομος και η πρόσβαση στο πίσω κτήριο.

Και από τις σκάλες υπηρεσίας ανεβήκαμε στο διαμέρισμα της φιλικής οικογένειας. Εννοείται ότι όταν η μάνα μας χτύπησε την πόρτα υπηρεσίας, αυτοί τρόμαξαν πιο πολύ από εμάς. Στο διαμέρισμα αυτό βρισκόταν και μια-δυο άλλες γνωστές οικογένειες κι έτσι νιώσαμε περισσότερη ασφάλεια. Βέβαια, η αγωνία πολλαπλασιάστηκε, καθώς κανένας εξ όλων αυτών δεν είχε την παραμικρή πληροφορία για την τύχη των δικών τους ανθρώπων και αναμετέδιδαν επίσης όποια φήμη είχαν ακούσει. Είναι τρομακτικό –και έκτοτε προσπαθώ να κρατώ απόσταση από αυτό– ότι σε τέτοιες περιστάσεις αβεβαιότητας οι φήμες και οι ανυπόστατες πληροφορίες εξαπλώνονται με τεράστια ταχύτητα. Ακούσαμε για εκατοντάδες σκοτωμένους, για οικογένειες και παιδιά που οι μακαριακοί δήθεν έπαιρναν ως ομήρους, για γνωστούς που είχαν σκοτωθεί. Ακούσαμε πολλά… αλλά τίποτε δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί.
Προς το βράδυ ήλθε ένα τζιπ του στρατού στην πολυκατοικία με δυο νεαρούς αξιωματικούς, οι οποίοι πληροφόρησαν το “συμβούλιο” των κυριών ότι όλοι είναι καλά και ότι τα πράγματα είναι μεν ασφαλή, αλλά να μην κουνήσουμε ρούπι από εκεί, “μέχρι νεωτέρας”. Κοιμηθήκαμε όλοι μαζί στρωματσάδα, λίγο πιο ήσυχοι.
Την επόμενη ημέρα, παραμείναμε επί πολλές ώρες εκεί και προς το βράδυ επανήλθε το τζιπ και οι αξιωματικοί μας πληροφόρησαν ότι πιο αργά το βράδυ θα μεταφερόμασταν όλες οι οικογένειες των αξιωματικών με λεωφορείο στο ξενοδοχείο “Κλεοπάτρα” για λόγους ασφαλείας. Το “Κλεοπάτρα” ήταν δεν ήταν 500 μέτρα από εκεί που βρισκόμασταν και πράγματι αργά το βράδυ μας μετέφεραν εκεί, συνοδεία κάποιων τζιπ και ενός τετράκανου αυτοκινούμενου αντιαεροπορικού, το οποίο στάθμευσε έξω από το ξενοδοχείο. Εκεί επικρατούσε ο απόλυτος πανζουρλισμός. Οι στρατιωτικοί που είχαν επιτάξει το ξενοδοχείο προσπαθούσαν να τακτοποιήσουν τις οικογένειες στα δωμάτια, συχνά δυο-δυο, οι γυναίκες διαμαρτυρόντουσαν, τα μωρά έκλαιγαν, τα παιδάκια έτρεχαν γύρω γύρω, εμείς οι λίγο μεγαλύτεροι κοιτούσαμε πώς να βοηθήσουμε, το προσωπικό έτρεχε πέρα δώθε γιατί όλοι έπρεπε να μπουν σε σειρά και να φάνε. Χάος!
Τέλος πάντων, η νύχτα πέρασε, τα πράγματα τακτοποιήθηκαν κάπως, όλα έμοιαζαν πιο ήσυχα, μέχρι που κυκλοφόρησε έντονα η φήμη ότι ο Μακάριος είναι ζωντανός. Αργά το προηγούμενο βράδυ είχε μεταδοθεί το περίφημο μήνυμα του από το ραδιοφωνικό σταθμό της Πάφου: «Ελληνικέ Κυπριακέ Λαέ. Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος. Είμαι εκείνος που συ εξέλεξες για να είναι ηγέτης σου. Δεν είμαι νεκρός, όπως η χούντα των Αθηνών και οι εδώ εκπρόσωποί της θα ήθελαν. Είμαι ζωντανός…». Λίγοι μεν το είχαν ακούσει, λόγω της μικρής εμβελείας του σταθμού, αλλά ήταν αρκετοί για να το διαδώσουν. Κι έτσι η αβεβαιότητα επέστρεψε.
Δεν έμαθα ποτέ ποιος είχε τη φαεινή ιδέα, να οργανωθεί την Τετάρτη μια δέηση στο “Κλεοπάτρα”, χοροστατούντων των τριών μητροπολιτών που είχε καθαιρέσει ο Μακάριος το 1973: του Γενναδίου Πάφου, του Ανθίμου Κιτίου και του Κυπριανού Κυρηνείας. Η δέηση έγινε προς μεγάλη ταλαιπωρία όλων στην κεντρική αίθουσα, όπου είχαν στριμωχτεί όσοι χωρούσαν, αλλά και στους γύρω χώρους, σκάλες, διαδρόμους κλπ.
Την επόμενη ημέρα, Πέμπτη, μάς είπαν ότι όλα είναι υπό έλεγχο και ότι είμαστε ασφαλείς. Έτσι, το απόγευμα επιστρέψαμε στο σπίτι μας. Στο μεταξύ η λειτουργία των τηλεφώνων είχε αποκατασταθεί και μιλήσαμε με τον πατέρα μας. Ακουγόταν λίγο απόμακρος ή έτσι φάνηκε σε μένα. Μάς διαβεβαίωσε –και ιδίως τη μητέρα– ότι είναι καλά και ότι εξαιτίας των γεγονότων έχει πολλή δουλειά και γι’ αυτό θα έμενε στη μονάδα, όσο χρειαζόταν.
Επιστρέψαμε λίγο πιο ξένοιαστοι στα παιχνίδια μας, χωρίς να ξέρουμε τι μάς περιμένει.
Συνεχίζεται…

Σημείωση:
Για όσους δεν το γνωρίζουν: η Εθνική Φρουρά είναι οι ένοπλες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ιδρύθηκε το 1964 και στελεχωνόταν στις ανώτερες και ανώτατες θέσεις από αξιωματικούς του ελληνικού στρατού. Στη διάρκεια της δικτατορίας, οι σχέσεις του Μακαρίου με τους πραξικοπηματίες και ιδίως με τον αόρατο δικτάτορα Ιωαννίδη ήταν κάκιστες. Ο Μακάριος αισθανόταν διαρκή ανασφάλεια, καθώς πίστευε ότι η Εθνική Φρουρά μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του. Στις 2 Ιουλίου 1974, ο Μακάριος κατηγόρησε άμεσα τη χούντα της Αθήνας για παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Κύπρου και ζήτησε να απομακρυνθούν 600 έλληνες αξιωματικοί από την Εθνική Φρουρά. Μια τέτοια εξέλιξη θα άφηνε εντελώς ακέφαλη την Εθνική Φρουρά, καθώς δεν υπήρχαν αρκετοί έμπειροι κύπριοι αξιωματικοί για να τους αντικαταστήσουν με επάρκεια και η Κύπρος θα έμενε εντελώς ανυπεράσπιστη. Η απαίτηση αυτή αποτέλεσε έναν από τους παράγοντες που οδήγησαν στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου.
Αν λάβουμε υπόψη ότι οι τούρκοι προετοίμαζαν την εισβολή μήνες πριν –είναι προφανές ότι δεν κινητοποίησαν 100.000 στρατιώτες σε 4 ημέρες– τόσο η απαίτηση του Μακαρίου, όσο και η αντίδραση της χούντας υπήρξαν καταστροφικές. Οι τούρκοι αφορμή έψαχναν και τη βρήκαν. Ή μάλλον τους τη δώσαμε.

50 χρόνια! Δεν ξεχνώ! Όσο ζω.

“Όταν τελειώνουν τα πολεμοφόδια και οι φυσικές αντοχές, τότε πολεμάει η ψυχή μας”

Η Λευκωσία βομβαρδίζεται

Με αυτά τα λόγια ο Ταγματάρχης* Γεώργιος Κατσάνης, Διοικητής της 33ης Μοίρας Καταδρομών, εμψύχωνε τους άνδρες του, λίγο πριν πέσει ηρωικά μαχόμενος και περάσει την πύλη των αθανάτων. Συνοψίζουν δε ακριβώς το πνεύμα, που εμφορούσε και ενέπνεε τους Ελλαδίτες αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες, που πολέμησαν στη μάχη της Κύπρου.
Σήμερα, συμπληρώνονται 50 χρόνια από εκείνο το ματωμένο πρωινό της 20ης Ιουλίου 1974, που οι τούρκοι εισέβαλαν στην Κύπρο.
Παρά τις επισκέψεις των επισήμων, τις τελετές και τις αναφορές που γίνονται, ο κόσμος ξεχνά και οι νεότεροι θα γνωρίζουν –όλο και λιγότερο– αυτήν τη σελίδα της ιστορίας μας. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες ξεθωριάζουν, τα λιγοστά κινηματογραφικά πλάνα μοιάζουν τόσο μακρινά και οι άνθρωποι, που έζησαν τα γεγονότα, μεγαλώνουν και πολλοί έχουν “φύγει”.
Όσοι βέβαια –ελάχιστοι από τη γενιά μου στην Ελλάδα– είχαν το θλιβερό προνόμιο να είναι παρόντες σε αυτόν τον πόλεμο, δεν θα ξεχάσουν ποτέ, ότι έζησαν.
Κάθε χρόνο δημοσιεύω το ίδιο κείμενο. Για δύο λόγους: ο πρώτος είναι για να αποδώσω την τιμή, που όλοι οφείλουμε, σε όλους όσους έδωσαν τη ζωή τους, στον 1ο και στο 2ο γύρο της τουρκικής εισβολής. Και ο δεύτερος, για να υπενθυμίζω τα γεγονότα, που σημάδεψαν τη σύγχρονη ιστορία της πατρίδας μας, αλλά και την οικογένειά μου.

Continue reading “50 χρόνια! Δεν ξεχνώ! Όσο ζω.”